Γερμανία – Το ομοσπονδιακό υπουργείο Εσωτερικών της Γερμανίας προχωρά σε ριζική αλλαγή της πολιτικής του σχετικά με την πρόσβαση σε προγράμματα ενσωμάτωσης και εκμάθησης της γλώσσας.
Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες από την Ουκρανία, άτομα με καθεστώς ανοχής και μετανάστες από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα λαμβάνουν πλέον αυτόματη έγκριση για δωρεάν συμμετοχή στα εν λόγω μαθήματα.
Η συγκεκριμένη απόφαση μεταφέρει το κόστος των μαθημάτων, το οποίο ανέρχεται στα 1.600 ευρώ, στους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, εκτός εάν υπάρξει ρητή υποχρέωση παρακολούθησης από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική περιορισμού των δαπανών και αναπροσαρμογής της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας.
Το μέτρο αυτό, το οποίο ήδη προκαλεί αναταράξεις στο σύστημα εκπαίδευσης ενηλίκων και στις τοπικές δομές, αναμένεται να επηρεάσει άμεσα δεκάδες χιλιάδες άτομα που αναζητούν διέξοδο στην τοπική αγορά εργασίας.
Οι αλλαγές σηματοδοτούν μια στροφή στην κατανομή των κρατικών πόρων, εστιάζοντας αποκλειστικά σε όσους διαθέτουν εξασφαλισμένη προοπτική παραμονής στη χώρα.
Η νέα πολιτική του υπουργείου και τα κριτήρια χρηματοδότησης
Το υπουργείο Εσωτερικών, υπό την ηγεσία του Alexander Dobrindt, θέτει ως προτεραιότητα τη στοχευμένη υποστήριξη ατόμων που πρόκειται να παραμείνουν μόνιμα στη χώρα.
Σύμφωνα με επίσημες τοποθετήσεις, η μείωση των δαπανών για τα μαθήματα ενσωμάτωσης αποτελεί αντίδραση στη μείωση των μεταναστευτικών ροών, με στόχο την εξάλειψη λανθασμένων κινήτρων.
Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Μετανάστευσης και Προσφύγων (BAMF) θα αναλαμβάνει πλέον την οικονομική κάλυψη μόνο στις περιπτώσεις όπου τα κέντρα απασχόλησης (Jobcenter), οι υπηρεσίες αλλοδαπών (Ausländerbehörde) ή τα γραφεία κοινωνικής πρόνοιας (Sozialamt) επιβάλλουν την παρακολούθηση ως υποχρεωτική.
Τα τυπικά προγράμματα ενσωμάτωσης έχουν διάρκεια 700 ωρών διδασκαλίας, εστιάζοντας κυρίως στην εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας, ενώ παράλληλα καλύπτουν το νομικό σύστημα, την ιστορία, τον πολιτισμό και την κοινωνική δομή της χώρας.
Πρόκειται για ένα μοντέλο το οποίο εφαρμόζεται εδώ και είκοσι χρόνια, έχοντας καταγράψει σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια συμμετέχοντες μέχρι σήμερα.
Η πολιτική ηγεσία υποστηρίζει πως τα προσφερόμενα προγράμματα επιστρέφουν στον αρχικό τους σκοπό, παρέχοντας γρήγορο προσανατολισμό αποκλειστικά σε όσους έχουν εξασφαλίσει το δικαίωμα μόνιμης διαμονής.
Ο αντίκτυπος στις δομές εκπαίδευσης και την αγορά εργασίας
Η αναστολή των εγκρίσεων δημιουργεί αλυσιδωτές αντιδράσεις στο δίκτυο των εκπαιδευτικών φορέων.
Ο Σύνδεσμος Λαϊκών Πανεπιστημίων (Volkshochschulverband) εκτιμά ότι περίπου 130.000 άτομα ενδέχεται να πληγούν από τα νέα μέτρα εξοικονόμησης πόρων.
Επιπλέον, καταγράφονται ήδη πρακτικά προβλήματα, καθώς τμήματα δεν μπορούν να συγκεντρώσουν τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό συμμετεχόντων, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται και τα άτομα που έχουν παραπεμφθεί υποχρεωτικά από τα κέντρα απασχόλησης.
Ενδεικτική είναι η κατάσταση στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο της πόλης Βόννη, όπου προγραμματισμένα μαθήματα ενδέχεται να αναβληθούν, θέτοντας τους εγγεγραμμένους σε καθεστώς αναμονής.
Η διευθύντρια του κέντρου, Gabriele Tillmanns, επισημαίνει μέσω δηλώσεών της ότι η γλωσσική εκπαίδευση αποτελεί κεντρική προϋπόθεση για την ένταξη και προειδοποιεί πως ο περιορισμός της πρόσβασης καθυστερεί την προσαρμογή, αποδυναμώνει την αγορά εργασίας και ενισχύει τις κοινωνικές εντάσεις.
Εκπαιδευτικοί του χώρου, όπως η Petra Martin, σημειώνουν επίσης ότι η έλλειψη βασικών γλωσσικών γνώσεων και η άγνοια εργασιακών δικαιωμάτων, όπως το ύψος του κατώτατου μισθού, οδηγούν συχνά τους μετανάστες στην αποδοχή κακοπληρωμένων θέσεων εργασίας, ενώ την ίδια στιγμή η χώρα καταγράφει αυξημένες ανάγκες σε τομείς όπως τα νοσοκομεία, η φροντίδα ηλικιωμένων και οι δημόσιες υπηρεσίες.
Πολιτικές και επιστημονικές αντιδράσεις
Η απόφαση έχει προκαλέσει διαφωνίες και σε κυβερνητικό επίπεδο. Η αρμόδια επίτροπος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για θέματα μετανάστευσης, προσφύγων και ενσωμάτωσης, Natalia Pawlik, εκφράζει την αντίθεσή της, σημειώνοντας ότι η επιβολή του μέτρου έρχεται σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις για επενδύσεις στον τομέα της ένταξης.
Η ίδια υπογραμμίζει πως η καθυστέρηση στην εκμάθηση της γλώσσας, ειδικά κάτω από το επίπεδο Β1, δυσχεραίνει σημαντικά την εύρεση εργασίας, οδηγώντας σε μακροχρόνια εξάρτηση από τα κοινωνικά επιδόματα και σε απώλεια φορολογικών εσόδων για το κράτος.
Παράλληλα, ακαδημαϊκοί ερευνητές αναλύουν τις ευρύτερες επιπτώσεις της σκληρής γραμμής στο μεταναστευτικό.
Η Zeynep Yanaşmayan, από το Γερμανικό Κέντρο Έρευνας για την Ένταξη και τη Μετανάστευση (DeZIM), τονίζει πως η μείωση παροχών δεν επηρεάζει τις αποφάσεις των προσφύγων, οι οποίες εξαρτώνται κυρίως από τις συνθήκες στις χώρες προέλευσης.
Αντιθέτως, διευκρινίζει ότι το αρνητικό κλίμα ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για εξειδικευμένους εργαζόμενους από το εξωτερικό, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την κάλυψη των κενών θέσεων.
Ως αποτέλεσμα, άτομα όπως η δημοσιογράφος Müge Tuzcu Karakoc, η οποία απέκτησε πρόσβαση στην καθημερινότητα και την τοπική κοινωνία μέσω των μαθημάτων το 2024, βλέπουν πλέον τις ευκαιρίες ομαλής προσαρμογής για τις νεότερες αφίξεις να περιορίζονται αισθητά.