Γερμανία – Μια θεμελιώδης συζήτηση για το μέλλον της εργασίας και το δικαίωμα των πολιτών να επιλέγουν το ωράριό τους έχει ξεσπάσει στη Γερμανία, με την οικονομική πτέρυγα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) να θέτει στο τραπέζι προτάσεις που ανατρέπουν κεκτημένα δεκαετιών. Στο επίκεντρο βρίσκεται η λεγόμενη «Δημοκρατία της Μερικής Απασχόλησης» (Teilzeitrepublik), ένας χαρακτηρισμός που αποδίδεται στη χώρα λόγω των υψηλών ποσοστών εργαζομένων που δεν ακολουθούν το κλασικό μοντέλο του οκταώρου.
Η Γερμανία καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μερικής απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που, εν μέσω οξείας έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού, προκαλεί έντονες πολιτικές ζυμώσεις. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο οικονομικούς δείκτες, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής πολιτικής, με στελέχη της CDU να κάνουν λόγο για «lifestyle επιλογές» που βλάπτουν την οικονομία, την ώρα που ειδικοί και αντιπολίτευση προειδοποιούν για λανθασμένη ανάγνωση της πραγματικότητας.
Επίθεση στην «Lifestyle» εργασία
Η Μικρομεσαία και Οικονομική Ένωση (MIT) της CDU προωθεί μια ριζική αλλαγή στο νομοθετικό πλαίσιο, ζητώντας τον περιορισμό του νομικού δικαιώματος στη μερική απασχόληση. Σύμφωνα με πρόταση που κατατέθηκε ενόψει του ομοσπονδιακού συνεδρίου του κόμματος τον Φεβρουάριο, το δικαίωμα μειωμένου ωραρίου θα πρέπει να κατοχυρώνεται νομικά μόνο εφόσον συντρέχουν «ειδικοί λόγοι». Ως τέτοιοι ορίζονται αποκλειστικά η ανατροφή τέκνων, η φροντίδα συγγενικών προσώπων και η επαγγελματική μετεκπαίδευση.
Η πρόταση, υπό τον τίτλο «Κανένα νομικό δικαίωμα σε Lifestyle-Μερική Απασχόληση», προβλέπει αυστηρές κυρώσεις για όσους επιλέγουν να εργαστούν λιγότερο χωρίς την παραπάνω αιτιολογία. Συγκεκριμένα, η MIT εισηγείται να χορηγούνται κοινωνικές παροχές –όπως το επίδομα στέγασης ή το συμπληρωματικό επίδομα τέκνων– μόνο σε όσους εργάζονται part-time για σοβαρούς λόγους. Επιπλέον, για τις περιπτώσεις «αναιτιολόγητης» μερικής απασχόλησης, προτείνεται η κατάργηση του δικαιώματος επιστροφής σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αφήνοντας το ζήτημα στην ευχέρεια της συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.
Η πραγματικότητα των αριθμών και ο ρόλος των γυναικών
Τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας για το 2024 αποτυπώνουν μια σαφή εικόνα της γερμανικής αγοράς εργασίας: Το 29% των εργαζομένων απασχολείται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται στο 49% για τις γυναίκες, έναντι μόλις 12% για τους άνδρες. Παρά την αύξηση των ατόμων που εργάζονται λιγότερες ώρες, το Ινστιτούτο Έρευνας Αγοράς Εργασίας (IAB) επισημαίνει ότι ο μέσος όρος ωρών εργασίας των μερικώς απασχολούμενων έχει αυξηθεί, φτάνοντας τις 18 ώρες εβδομαδιαίως.
Ωστόσο, η θεωρία περί «lifestyle» αμφισβητείται έντονα από τους ειδικούς. Ο καθηγητής Stefan Sell από το Πανεπιστήμιο του Koblenz υποστηρίζει ότι η ομάδα των ανθρώπων που έχουν την οικονομική άνεση να εργάζονται λιγότερο από επιλογή είναι εξαιρετικά μικρή, πιθανότατα μονοψήφιο ποσοστό. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 33% των γυναικών επιλέγει τη μερική απασχόληση λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, ενώ ένα σημαντικό μέρος των εργαζομένων –ιδίως νέοι και μεγαλύτεροι σε ηλικία– δηλώνει ότι θα προτιμούσε πλήρη απασχόληση αλλά δεν βρίσκει διαθέσιμες θέσεις.
Πολιτικές αντιδράσεις και η θέση της Reiche
Η πρόταση της MIT έχει προκαλέσει ρήγμα εντός του κυβερνητικού συνασπισμού αλλά και στο εσωτερικό της ίδιας της CDU. Η κοινωνική πτέρυγα του κόμματος αντιδρά, ενώ η πρωθυπουργός του Μεκλεμβούργου-Πομερανίας, Manuela Schwesig (SPD), χαρακτήρισε άστοχη τη στρατηγική της CDU να κατηγορεί τους πολίτες ότι «δεν εργάζονται αρκετά». Στη συζήτηση παρενέβη και η Ομοσπονδιακή Υπουργός Οικονομίας, Katherina Reiche (CDU), η οποία τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης της πλήρους απασχόλησης με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας.
Η Reiche σημείωσε ότι ενώ η παραγωγικότητα ανά ώρα στη Γερμανία είναι συγκρίσιμη με αυτή των ΗΠΑ, ο συνολικός χρόνος εργασίας είναι χαμηλότερος. Τόνισε, ωστόσο, ότι η αύξηση της πλήρους απασχόλησης προϋποθέτει τη βελτίωση των υποδομών φροντίδας για παιδιά και ηλικιωμένους, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι το πρόβλημα είναι δομικό και όχι απλώς θέμα επιλογής.
Φορολογικά κίνητρα αντί για απαγορεύσεις
Κορυφαίοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η λύση δεν βρίσκεται στην κατάργηση δικαιωμάτων αλλά στη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος. Το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW) και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD) εστιάζουν στο σύστημα του «Ehegattensplitting» (φορολογική ελάφρυνση για παντρεμένα ζευγάρια) και στο καθεστώς των Minijobs. Υποστηρίζουν ότι το τρέχον σύστημα δημιουργεί αντικίνητρα για τη δεύτερη πηγή εισοδήματος σε μια οικογένεια –συνήθως τη γυναίκα– ωθώντας την σε χαμηλή απασχόληση.
Ο ειδικός του Ινστιτούτου της Γερμανικής Οικονομίας (IW), Holger Schäfer, αν και χαρακτηρίζει το νομικό δικαίωμα στη μερική απασχόληση «αναχρονισμό» σε μια εποχή έλλειψης εργατικού δυναμικού, συμφωνεί ότι η κατάργησή του από μόνη της δεν αρκεί. Η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και η επέκταση των υπηρεσιών φροντίδας θεωρούνται απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε η πλήρης απασχόληση να καταστεί ξανά ελκυστική και βιώσιμη για τους εργαζόμενους στη Γερμανία.
