Μόναχο – Μια νέα μελέτη έρχεται να ανατρέψει την παγιωμένη αντίληψη για την ποιότητα ζωής στη Γερμανία, τοποθετώντας τη μητροπολιτική περιοχή του Μονάχου στην τελευταία θέση της σχετικής κατάταξης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήγαγε το Ινστιτούτο της Γερμανικής Οικονομίας (IW), η βαυαρική πρωτεύουσα και η ευρύτερη περιφέρειά της καταγράφουν τις χαμηλότερες επιδόσεις ελκυστικότητας ανάμεσα στα δώδεκα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας, καταρρίπτοντας μακροχρόνια στερεότυπα που συνέδεαν την οικονομική ευρωστία με την ποιότητα της καθημερινότητας.
Η μελέτη, η οποία βασίστηκε στην ανάλυση 23 διαφορετικών δεικτών, δεν εστίασε αποκλειστικά σε κλασικά οικονομικά μεγέθη, όπως το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, αλλά έδωσε έμφαση σε παράγοντες που καθορίζουν την πραγματική εμπειρία διαβίωσης. Στοιχεία όπως η διαθεσιμότητα κατοικίας, οι επιλογές διασκέδασης, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, οι υποδομές μεταφορών, η ιατρική περίθαλψη και η φιλικότητα προς την οικογένεια αξιολογήθηκαν με βαθμολογία από το 0 έως το 100, οδηγώντας σε συμπεράσματα που προκαλούν αίσθηση.
Η δομική αδυναμία του μονοκεντρικού μοντέλου
Η βασική αιτία για την κακή επίδοση του Μονάχου, το οποίο κατέλαβε τη 12η θέση, εντοπίζεται στη λεγόμενη «μονοκεντρική» δομή του. Όπως επισημαίνει η μελέτη, περιοχές που αναπτύσσονται γύρω από έναν ισχυρό κεντρικό πυρήνα, όπως το Μόναχο, το Αμβούργο (10η θέση) και το Βερολίνο (9η θέση), δημιουργούν σοβαρές ανισότητες για τους κατοίκους της περιφέρειας. Οι πολίτες που διαμένουν στους περιφερειακούς δήμους και τα προάστια αναγκάζονται να διανύουν μεγάλες αποστάσεις για να έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, όπως νοσοκομεία, ιατρεία, μουσεία ή παιδικούς σταθμούς.
Επιπρόσθετα, το κόστος στέγασης λειτουργεί ως ένας ακόμη αποτρεπτικός παράγοντας. Οι εξαιρετικά υψηλές τιμές των ακινήτων στο κέντρο του Μονάχου δεν περιορίζονται εντός των ορίων της πόλης, αλλά «ακτινοβολούν» και επηρεάζουν αρνητικά ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή. Το αποτέλεσμα είναι οι κάτοικοι να επωμίζονται το βάρος των υψηλών ενοικίων, χωρίς όμως να απολαμβάνουν την άμεση πρόσβαση στις υποδομές της πόλης, γεγονός που μειώνει δραματικά τη συνολική ελκυστικότητα της μητροπολιτικής περιφέρειας.
Ο θρίαμβος της περιοχής του Ρουρ και η εξοικονόμηση χρόνου
Στον αντίποδα, η περιοχή του Ρουρ κατέκτησε την κορυφή της κατάταξης, χάρη στην «πολυκεντρική» της δομή. Σε αντίθεση με το Μόναχο, η περιοχή αυτή διαθέτει πολλαπλά κέντρα δραστηριότητας, γεγονός που εξασφαλίζει στους κατοίκους άμεση πρόσβαση σε υποδομές. Η πυκνή οργάνωση του δικτύου επιτρέπει την πρόσβαση σε αυτοκινητόδρομους σε λιγότερο από 5 λεπτά και σε σταθμούς υπεραστικών τρένων σε περίπου 12 λεπτά.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του IW, οι κάτοικοι του Ρουρ κερδίζουν καθημερινά περίπου 30 λεπτά σε μετακινήσεις σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο, εξοικονομώντας το 31% του χρόνου μετακίνησης. Παράλληλα, η περιοχή διαθέτει την υψηλότερη πυκνότητα Μέσων Μαζικής Μεταφοράς στη Γερμανία, ενώ οι τιμές των ακινήτων παραμένουν σε μετριοπαθή επίπεδα. Πολιτιστικά δρώμενα, μουσεία και αθλητικοί σύλλογοι βρίσκονται διάσπαρτα σε όλη την έκταση της περιοχής, καθιστώντας τις υπηρεσίες προσβάσιμες «στην πόρτα» του πολίτη.
Η αντίφαση της Βαυαρίας και η θέση της Νυρεμβέργης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εσωτερική αντίφαση που καταγράφεται για το Μόναχο. Ενώ η μητροπολιτική περιφέρεια συνολικά βαθμολογείται αρνητικά λόγω των αποστάσεων και του κόστους, η πόλη του Μονάχου ως αυτόνομη οντότητα (χωρίς τα προάστια) παραμένει εξαιρετικά ισχυρή. Η βαυαρική πρωτεύουσα κατέλαβε την πρώτη θέση ανάμεσα στις ανεξάρτητες πόεις στους τομείς της οικογένειας, της διασκέδασης, του πολιτισμού και της κοινωνικής ζωής. Ωστόσο, αυτό δεν στάθηκε αρκετό για να αναβαθμίσει τη θέση της ευρύτερης περιοχής, όπου τα ενοίκια και το κυκλοφοριακό (10η θέση στις μεταφορές) επιβαρύνουν την καθημερινότητα.
Αξίζει να σημειωθεί πως η Βαυαρία καταλαμβάνει και την προτελευταία θέση της λίστας, με τη μητροπολιτική περιοχή της Νυρεμβέργης να σημειώνει δείκτη μόλις 47,9. Στις πρώτες θέσεις, εκτός από το Ρουρ, βρέθηκαν οι περιοχές Ρήνου-Νέκαρ και Ρηνανίας, επιβεβαιώνοντας την τάση ότι οι περιοχές με καλή διασπορά υπηρεσιών και λογικό κόστος ζωής κερδίζουν την προτίμηση των πολιτών έναντι των παραδοσιακών, αλλά ακριβών και δυσλειτουργικών, μητροπόλεων.
