Γερμανία – Σημαντική οικονομική ανάσα αναμένεται να λάβουν εκατομμύρια νοικοκυριά στη Γερμανία τους επόμενους μήνες, καθώς καταγράφεται ένα νέο κύμα μειώσεων στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας. Οι εξελίξεις στην αγορά ενέργειας δείχνουν αποκλιμάκωση του κόστους για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών που υπάγονται στο καθεστώς της βασικής παροχής.
Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα της αγοράς, περισσότεροι από εκατό περιφερειακοί πάροχοι βασικής υπηρεσίας έχουν ανακοινώσει μειώσεις στα τιμολόγιά τους για την περίοδο του Φεβρουαρίου, του Μαρτίου και του Απριλίου. Η εξέλιξη αυτή αφορά άμεσα περίπου 3,4 εκατομμύρια νοικοκυριά σε όλη την επικράτεια, τα οποία θα δουν τις χρεώσεις τους να υποχωρούν κατά μέσο όρο κατά 15%. Η κινητικότητα αυτή έρχεται ως συνέχεια των προσαρμογών που είχαν ήδη ξεκινήσει από την αρχή του έτους, διαμορφώνοντας ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για τους καταναλωτές.
Οικονομικό όφελος και αιτίες της πτώσης
Η αποκλιμάκωση των τιμών μεταφράζεται σε απτά οικονομικά οφέλη για τους πολίτες. Βάσει υπολογισμών που βασίζονται σε ένα τυπικό νοικοκυριό τριών ατόμων με ετήσια κατανάλωση 4.000 κιλοβατώρες, η μέση ετήσια ελάφρυνση υπολογίζεται στα 279 ευρώ. Το ποσό αυτό αποτελεί σημαντική ανάσα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το κόστος διαβίωσης παραμένει υψηλό.
Οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν σε αυτές τις μειώσεις εντοπίζονται σε δύο βασικούς τομείς. Πρώτον, έχουν μειωθεί τα τέλη χρήσης του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας (Stromnetzgebühren), τα οποία επιβαρύνουν τους τελικούς λογαριασμούς. Δεύτερον, παρατηρείται πτώση στις τιμές χονδρικής πώλησης του ρεύματος, επιτρέποντας στους παρόχους να μετακυλήσουν το όφελος στους πελάτες τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη από την αλλαγή του έτους, περίπου οι μισοί από τους συνολικά 780 παρόχους βασικής υπηρεσίας στη Γερμανία είχαν προχωρήσει σε μειώσεις της τάξης του 9%.
Τι ισχύει για τη βασική υπηρεσία παροχής
Η κατανόηση του καθεστώτος της «βασικής παροχής» (Grundversorgung) είναι κρίσιμη για τους καταναλωτές. Στη Γερμανία, ένα νοικοκυριό εντάσσεται αυτόματα στη βασική παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου όταν δεν έχει συνάψει ειδικό συμβόλαιο με κάποιον προμηθευτή. Ως βασικός πάροχος ορίζεται η εταιρεία ενέργειας που προμηθεύει τα περισσότερα νοικοκυριά σε μια συγκεκριμένη περιοχή δικτύου, ρόλο που συχνά αναλαμβάνουν οι τοπικές δημοτικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (Stadtwerke).
Σύμφωνα με στοιχεία από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων (Bundesnetzagentur), το 2024 περίπου το 22% των νοικοκυριών λάμβανε ρεύμα μέσω του τιμολογίου βασικής παροχής. Ένα επιπλέον 38% των καταναλωτών προμηθευόταν ρεύμα από τον τοπικό βασικό πάροχο, αλλά μέσω ειδικού συμβολαίου (Sondervertrag), το οποίο συνήθως προσφέρει ευνοϊκότερους όρους. Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της βασικής παροχής είναι η ευελιξία, καθώς οι συμβάσεις αυτές μπορούν να τερματιστούν ανά πάσα στιγμή με προθεσμία μόλις δύο εβδομάδων, σύμφωνα με την Ένωση Προστασίας Καταναλωτών.
Η «παγίδα» της άγνοιας και οι δυνατότητες εξοικονόμησης
Παρά τις μειώσεις, η μέση τιμή στη βασική υπηρεσία παραμένει σε επίπεδα κοντά στα 41 λεπτά ανά κιλοβατώρα (μεικτά, συμπεριλαμβανομένου του παγίου), ενώ τα ειδικά τιμολόγια κινούνται συχνά σε χαμηλότερα επίπεδα. Πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύθηκε στα τέλη Ιανουαρίου από την Ομοσπονδιακή Ένωση Κέντρων Καταναλωτών αποκαλύπτει ένα σημαντικό έλλειμμα πληροφόρησης: σχεδόν κάθε δεύτερο νοικοκυριό στη Γερμανία (49%) δεν γνωρίζει τις διαφορές μεταξύ της βασικής παροχής και ενός ειδικού συμβολαίου.
Οι ενώσεις καταναλωτών τονίζουν ότι η μετάβαση από τη βασική παροχή σε ένα ειδικό συμβόλαιο μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά συμφέρουσα για τη συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών. Η εξοικονόμηση μπορεί να ανέλθει σε εκατοντάδες ευρώ ετησίως, γεγονός που καθιστά την έρευνα αγοράς και τη σύγκριση τιμών απαραίτητη διαδικασία για τη μείωση των λειτουργικών εξόδων του σπιτιού.