Γερμανία – Σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα κινείται η διάθεση για δέσμευση στη Γερμανία, με τον θεσμό του γάμου να καταγράφει αρνητικό ρεκόρ δεκαετιών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Destatis), το 2024 πραγματοποιήθηκαν περίπου 349.200 γάμοι, αριθμός που αποτελεί τον χαμηλότερο που έχει καταγραφεί από την έναρξη τήρησης των σχετικών αρχείων το 1950.
Η πτώση αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη κοινωνική μεταβολή. Από το σύνολο των τελετών, το 79% αφορούσε ζευγάρια που παντρεύονταν για πρώτη φορά, ενώ το 3% των γάμων τελέστηκε μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου. Τα δεδομένα αποκαλύπτουν πως η γερμανική κοινωνία απομακρύνεται σταδιακά από το παραδοσιακό μοντέλο της έγγαμης συμβίωσης, με τα ποσοστά των άγαμων να αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς.
Η νέα κοινωνική πραγματικότητα και η άνοδος των «singles»
Η υποχώρηση του θεσμού αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη δημογραφική σύνθεση της χώρας. Ενώ το 1994 το 60% των ενηλίκων στη Γερμανία ήταν παντρεμένοι, το ποσοστό αυτό έχει πλέον συρρικνωθεί στο 50%. Αντίστροφη πορεία ακολουθεί το ποσοστό των άγαμων πολιτών, το οποίο από 24% που ήταν πριν από τρεις δεκαετίες, έχει σκαρφαλώσει στο 33% το 2024.
Η Destatis επισημαίνει ότι τόσο ο απόλυτος αριθμός όσο και το ποσοστό των παντρεμένων μειώνονται σχεδόν συνεχώς εδώ και χρόνια. Σε σύγκριση με το 1950, ο αριθμός των γάμων έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 50%. Ο ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας Wolfgang Krüger, σχολιάζοντας τα ευρήματα, τόνισε πως η πτώση αυτή είναι αναμενόμενη σε περιόδους αβεβαιότητας, καθώς οι άνθρωποι διστάζουν να λάβουν μακροπρόθεσμες αποφάσεις. Παράλληλα, σημείωσε τη θεμελιώδη διαφορά με τη δεκαετία του ’50, όπου ο γάμος ήταν συχνά μονόδρομος οικονομικής επιβίωσης για τις γυναίκες, μια πίεση που σήμερα έχει εκλείψει.
Οικονομικό «βαρίδι» για τις γυναίκες
Παρά την εξάλειψη της κοινωνικής πίεσης, ο γάμος φαίνεται πως εξακολουθεί να εγκυμονεί οικονομικούς κινδύνους για τις γυναίκες στη Γερμανία. Μελέτη του Ινστιτούτου ifo του Μονάχου σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Όσλο, κατέδειξε ότι ο γάμος μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το εισόδημα, την καριέρα και τη σύνταξη των γυναικών.
Συγκεκριμένα, το εισόδημα από εργασία για τις γυναίκες μειώνεται κατά μέσο όρο κατά 20% μετά τον γάμο, λόγω αντικινήτρων στο φορολογικό σύστημα. Η ερευνήτρια του ifo, Elena Herold, εξήγησε πως το ένα τέταρτο αυτής της μείωσης οφείλεται στο σύστημα φορολογίας εισοδήματος των συζύγων (Ehegattensplitting), το οποίο συχνά αποθαρρύνει την πλήρη απασχόληση του δεύτερου εργαζόμενου στην οικογένεια.
Μεγαλύτερη ηλικία και αντοχή στον χρόνο
Μια ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι η αύξηση της μέσης ηλικίας γάμου. Το 2024, οι γυναίκες παντρεύονταν κατά μέσο όρο στα 32,9 έτη και οι άνδρες στα 35,3 έτη, όταν το 1994 οι αντίστοιχες ηλικίες ήταν 27,1 και 29,4 έτη. Παρά τη μείωση του αριθμού των γάμων, αυτοί που τελούνται φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη αντοχή. Η μέση διάρκεια ενός γάμου μέχρι το διαζύγιο έχει αυξηθεί από τα 12 έτη το 1994 στα 14,7 έτη σήμερα.
Σύμφωνα με τον Krüger, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα ζευγάρια πλέον συζούν για χρόνια πριν προχωρήσουν σε γάμο, έχοντας δοκιμάσει τη σχέση τους στην καθημερινότητα. Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Γερμανία με 4,2 γάμους ανά 1.000 κατοίκους βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (4,0), με τη Σλοβενία και την Ιταλία να καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά και τη Ρουμανία τα υψηλότερα.
Κρίση στους θρησκευτικούς γάμους
Ιδιαίτερα δραματική είναι η κατάσταση στους θρησκευτικούς γάμους, οι οποίοι μειώνονται με ρυθμό ταχύτερο από τους πολιτικούς. Στοιχεία της Γερμανικής Συνόδου των Επισκόπων δείχνουν ότι το 2024 τελέστηκαν μόλις 22.513 καθολικοί γάμοι, έναντι άνω των 110.000 στα τέλη της δεκαετίας του ’80.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην Ευαγγελική Εκκλησία, όπου το 2023 καταγράφηκαν 28.089 τελετές, σε σύγκριση με τις σχεδόν 70.000 του έτους 2000. Η τάση αυτή συμβαδίζει με τη γενικότερη μείωση των μελών και των δύο μεγάλων εκκλησιών κατά περίπου 30% τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
