Βερολίνο – Σε μια δραστική αλλαγή πολιτικής που ανατρέπει τα δεδομένα των τελευταίων ετών προχωρά το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εσωτερικών, βάζοντας φρένο στη χρηματοδότηση των εθελοντικών μαθημάτων ένταξης. Η απόφαση της ηγεσίας του υπουργείου, υπό τον Αλεξάντερ Ντόμπριντ (CSU), στοχεύει στον περιορισμό των κρατικών δαπανών, ωστόσο προκαλεί ήδη έντονες αντιδράσεις τόσο από φορείς εκπαίδευσης όσο και από στελέχη της ίδιας της κυβέρνησης συνασπισμού.
Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί την εγκατάλειψη της στρατηγικής «ένταξη από την αρχή» που είχε υιοθετήσει η προηγούμενη κυβέρνηση το 2022, όταν και άνοιξε την πρόσβαση στα μαθήματα σχεδόν για όλους τους νεοεισερχόμενους στη χώρα, αντλώντας μαθήματα από την προσφυγική κρίση του 2015. Πλέον, υπό την καγκελαρία του Φρίντριχ Μερτς, το πλαίσιο αυστηροποιείται και οι αιτήσεις για εθελοντική συμμετοχή παύουν να εγκρίνονται μέχρι νεωτέρας.
Οικονομικός αποκλεισμός και χαμένες ευκαιρίες
Οι επιπτώσεις της απόφασης είναι άμεσες για χιλιάδες ανθρώπους που ζουν στη Γερμανία με καθεστώς ανοχής (Duldung), αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες πολέμου από την Ουκρανία, αλλά και εργαζόμενους από χώρες της ΕΕ. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του 23χρονου Μοχάμεντ από τη Συρία, ο οποίος ζει στη Γερμανία τα τελευταία δύο χρόνια. Στόχος του είναι να εργαστεί ως νοσηλευτής ή φροντιστής ηλικιωμένων, επαγγέλματα που απαιτούν πιστοποίηση γλωσσομάθειας επιπέδου B2 ή C1.
Μέχρι πρότινος, το κόστος των μαθημάτων καλυπτόταν από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και Προσφύγων (BAMF). Πλέον, καλείται να πληρώσει ο ίδιος ποσά που κυμαίνονται από 1.500 έως 2.000 ευρώ, τη στιγμή που το μηνιαίο διαθέσιμο εισόδημά του δεν υπερβαίνει τα 450 ευρώ. Η αδυναμία κάλυψης αυτού του κόστους δημιουργεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για την επαγγελματική του αποκατάσταση και την ουσιαστική ένταξή του στην κοινωνία.
Επιλεκτική χρηματοδότηση και κίνδυνος για τις δομές
Το σκεπτικό του Υπουργείου Εσωτερικών βασίζεται στην εξοικονόμηση πόρων. Σύμφωνα με εκπρόσωπο του υπουργείου, τα μαθήματα ένταξης, τα οποία κοστίζουν στο κράτος αρκετές χιλιάδες ευρώ ανά συμμετέχοντα για 600 διδακτικές ώρες, θα πρέπει να προορίζονται κυρίως για όσους έχουν προοπτική μόνιμης παραμονής στη χώρα. Παρά το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός για φέτος ανέρχεται στο ένα δισεκατομμύριο ευρώ – ποσό αντίστοιχο με το περσινό – η υπέρβαση του αριθμού των συμμετεχόντων τα προηγούμενα έτη οδήγησε στην απόφαση να μην υπάρξουν πλέον συμπληρωματικά κονδύλια.
Ωστόσο, η Γερμανική Ένωση Λαϊκών Πανεπιστημίων (Volkshochschulverband) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Εκτιμάται ότι περίπου 130.000 άτομα ενδέχεται να αποκλειστούν φέτος από τα μαθήματα. Ο Σάσα Ρεξ, εκπρόσωπος της Ένωσης, προειδοποιεί για ντόμινο επιπτώσεων: η απουσία των εθελοντικά συμμετεχόντων θα καταστήσει αδύνατη τη συμπλήρωση των τμημάτων, με αποτέλεσμα να ακυρωθούν μαθήματα ακόμα και για εκείνους που είναι υποχρεωμένοι από τον νόμο να τα παρακολουθήσουν. Οι δομές εκπαίδευσης προετοιμάζονται ήδη για απολύσεις προσωπικού και κλείσιμο αιθουσών.
Εσωκυβερνητική κριτική και έλλειψη εργατικών χεριών
Η απόφαση έχει προκαλέσει δυσφορία ακόμα και εντός των κυβερνητικών εταίρων. Το Υπουργείο Εργασίας, υπό την Μπέρμπελ Μπας (SPD), εκφράζει την αντίθεσή του, τονίζοντας ότι η εκμάθηση της γλώσσας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την ένταξη στην αγορά εργασίας. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Επίτροπος της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης για την Ενσωμάτωση, Ναταλί Πάβλικ, χαρακτηρίζει το μέτρο λανθασμένο.
Η κ. Πάβλικ υπογραμμίζει ότι η πολιτική αυτή ενδέχεται να κοστίσει ακριβότερα στους φορολογούμενους μακροπρόθεσμα, καθώς εγκλωβίζει τους μετανάστες σε καθεστώς εξάρτησης αντί να τους ανοίγει τον δρόμο για την αυτονομία και την εργασία. Την ίδια στιγμή, φορείς όπως ο Διεθνής Σύνδεσμος (Internationaler Bund) επισημαίνουν το παράδοξο της απόφασης, δεδομένης της τεράστιας έλλειψης όχι μόνο εξειδικευμένου αλλά και ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού που αντιμετωπίζει η γερμανική οικονομία.