Γερμανία – Ο μεγαλύτερος κατασκευαστής αυτοκινήτων της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή οικονομική δοκιμασία, τα απόνερα της οποίας ενδέχεται να συμπαρασύρουν ολόκληρο τον εγχώριο βιομηχανικό ιστό. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που ανακοινώθηκαν την περασμένη Τρίτη στο Βόλφσμπουργκ, η εταιρεία Volkswagen κατέγραψε δραματική μείωση του λειτουργικού της κέρδους κατά το ήμισυ για το περασμένο οικονομικό έτος.
Το αυστηρό σχέδιο αναδιάρθρωσης του ομίλου προβλέπει τη σαρωτική κατάργηση 50.000 θέσεων εργασίας έως το 2030. Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει σημάνει συναγερμό στους οικονομικούς κύκλους, καθώς οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι ισχυροί κραδασμοί από την κρίση στον κολοσσό της αυτοκινητοβιομηχανίας είναι ικανοί να πλήξουν καίρια τη συνολική οικονομική σταθερότητα του κράτους.
Οι αλυσιδωτές αντιδράσεις και η απειλή της ύφεσης
Η ειδικός σε θέματα αυτοκινητοβιομηχανίας Beatrix Keim, εκπροσωπώντας το ινστιτούτο Center Automotive Research, υπογραμμίζει τον τεράστιο όγκο της εταιρείας, σημειώνοντας ότι η Volkswagen αντιπροσωπεύει περίπου το 1,5 έως 2 τοις εκατό της συνολικής γερμανικής παραγωγής. Η ίδια επισημαίνει τον άμεσο κίνδυνο ενός καταστροφικού φαινομένου ντόμινο. Η ενδεχόμενη κατάρρευση ενός τόσο μεγάλου και κεντρικού πελάτη αναμένεται να συμπαρασύρει αναπόφευκτα ένα τεράστιο δίκτυο προμηθευτών και υπεργολάβων, οι οποίοι εξαρτώνται υπαρξιακά από τις παραγγελίες του.
Την ίδια ώρα, ο οικονομικός αναλυτής Stefan Bratzel εντοπίζει έναν πραγματικό κίνδυνο για τη γενικότερη πορεία της οικονομίας. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, μια ενδεχόμενη ραγδαία πτώση της VW θα μπορούσε να παρασύρει ολόκληρη τη χώρα σε βαθιά ύφεση, προκαλώντας δραματικές συνέπειες για την απασχόληση και το γενικότερο βιοτικό επίπεδο.
Όπως υπολογίζει ο ερευνητής, ολόκληρος ο κλάδος ενδέχεται να βιώσει απώλειες που θα αγγίξουν το 20 έως 25 τοις εκατό των συνολικών θέσεων εργασίας. Τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι τουλάχιστον 150.000 θέσεις απασχόλησης στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκονται ήδη σε άμεσο κίνδυνο ή έχουν χαθεί οριστικά.
Η συνολική εικόνα του κλάδου και οι διαρθρωτικές αδυναμίες
Μια ελαφρώς πιο συγκρατημένη προσέγγιση υιοθετεί ο οικονομολόγος του ινστιτούτου DIW, Martin Gornig. Ο ίδιος διευκρινίζει ότι τα σοβαρά προβλήματα της εταιρείας δεν συνεπάγονται αυτόματα μια γενικευμένη εθνική ύφεση, καθώς το τεράστιο κενό που θα δημιουργηθεί στην αγορά θα μπορούσε ενδεχομένως να καλυφθεί από άλλους ανταγωνιστές κατασκευαστές.
Ωστόσο, παραδέχεται ξεκάθαρα ότι οι προκλήσεις δεν αποτελούν αποκλειστικό φαινόμενο του συγκεκριμένου ομίλου, αλλά αφορούν το σύνολο ενός βιομηχανικού κλάδου ο οποίος απασχολεί περίπου τέσσερα εκατομμύρια εργαζομένους σε εθνικό επίπεδο, καθιστώντας το πρόβλημα συστημικό.
Πέραν των συγκυριακών οικονομικών προβλημάτων, ο Stefan Bratzel αναδεικνύει τις βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες που επιβαρύνουν τον εγχώριο επιχειρηματικό τομέα. Τα ιδιαίτερα υψηλά κόστη εργασίας, η εκτεταμένη γραφειοκρατία και οι εξαιρετικά χρονοβόρες διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά για την ανταγωνιστικότητα της εθνικής παραγωγής στο διεθνές στερέωμα.
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτής της βιομηχανικής συρρίκνωσης, εφόσον η κατάσταση επιδεινωθεί περαιτέρω, αναμένεται να μεταφερθούν άμεσα στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η δραματική μείωση της κερδοφορίας των μεγάλων εργοστασίων θα μεταφραστεί σε κατακόρυφη πτώση των φορολογικών εσόδων για τους δήμους, περιορίζοντας ασφυκτικά τα διαθέσιμα κονδύλια για κρίσιμες επενδύσεις, έργα υποδομής και απαραίτητα προγράμματα κοινωνικής στήριξης των κατοίκων.