Ελβετία – Η συνεχιζόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα και οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στην ελβετική οικονομία.
Οι ειδικοί αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για ένα παρατεταμένο κύμα ακρίβειας που απειλεί να πλήξει καίρια τα εισοδήματα των νοικοκυριών και την αγορά εργασίας.
Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται η πιθανότητα ενός ενεργειακού σοκ, με τις τιμές της αμόλυβδης βενζίνης να αναμένεται να αγγίξουν πρωτοφανή επίπεδα, εφόσον η κρίση παγιωθεί.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι, πέρα από την πολεμική σύρραξη, οι αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης στον τομέα του εμπορίου αποτελούν τον μεγαλύτερο μακροπρόθεσμο κίνδυνο για την ευημερία της χώρας.
Οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη και το δυσμενές σενάριο
Το Οικονομικό Ινστιτούτο KOF του Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Ζυρίχης (Konjunkturforschungsstelle der ETH Zürich) προβλέπει μια αισθητή επιβράδυνση των αναπτυξιακών ρυθμών.
Για το τρέχον έτος, η ανάπτυξη εκτιμάται μόλις στο ένα τοις εκατό, ποσοστό που αποδίδεται κυρίως στο ασταθές παγκόσμιο περιβάλλον.
Ενώ η εγχώρια κατανάλωση διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα χάρη στον ελεγχόμενο πληθωρισμό και τη συγκρατημένη αύξηση των μισθών, το εξωτερικό εμπόριο δέχεται ισχυρές πιέσεις.
Κλάδοι όπως η φαρμακοβιομηχανία στηρίζουν τις εξαγωγές, αλλά άλλοι παραδοσιακοί τομείς, όπως η ωρολογοποιία και η κατασκευή μηχανημάτων, αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις.
Οι ερευνητές επεξεργάστηκαν δύο διαφορετικά μοντέλα πρόβλεψης για να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο του πολέμου στο Ιράν.
Στο απαισιόδοξο, αλλά διόλου απίθανο σενάριο όπου η τιμή του πετρελαίου παγιώνεται στα ενενήντα δολάρια ανά βαρέλι, οι συνέπειες θα είναι βαρύτατες.
Μέχρι τα τέλη του 2027, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της χώρας θα μπορούσε να συρρικνωθεί κατά 0,6%, ενώ το γενικό επίπεδο των τιμών θα κατέγραφε πρόσθετη αύξηση της τάξης του 0,7%, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Κίνδυνος για χιλιάδες θέσεις εργασίας και μειώσεις μισθών
Ο επικεφαλής οικονομικών προβλέψεων του ινστιτούτου, Alexander Rathke, ανέλυσε διεξοδικά τις πρακτικές προεκτάσεις αυτού του δυσμενούς σεναρίου.
Η παρατεταμένη ενεργειακή κρίση, που τροφοδοτείται από πρόσφατα γεγονότα όπως οι επιθέσεις στο κοίτασμα αερίου South Pars και η διακοπή λειτουργίας κρίσιμων εγκαταστάσεων στο Κατάρ και το Άμπου Ντάμπι, αναμένεται να κοστίσει ακριβά στους εργαζομένους.
Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για απώλεια εισοδήματος που θα μπορούσε να αγγίξει τα τετρακόσια φράγκα ανά άτομο, προκαλώντας σημαντικό πλήγμα στην αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Παράλληλα, ο αντίκτυπος στην απασχόληση διαγράφεται εξαιρετικά ανησυχητικός. Οι προβλέψεις δείχνουν ενδεχόμενη απώλεια είκοσι χιλιάδων θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης. Το βάρος αυτής της κρίσης, ωστόσο, δεν θα κατανεμηθεί ισομερώς στην κοινωνία.
Ο ειδικός εξήγησε ότι η μείωση της διεθνούς ζήτησης για ελβετικά προϊόντα θα πλήξει πρωτίστως τους εργαζομένους στον μεταποιητικό τομέα και τις υπηρεσίες που συνδέονται στενά με τη βιομηχανία, όπως είναι ο κλάδος των logistics και οι εταιρείες παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών.
Κύμα ακρίβειας σε καύσιμα και καταναλωτικά αγαθά
Η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους αναπόφευκτα θα συμπαρασύρει τις τιμές σε μια ευρεία γκάμα προϊόντων καθημερινής χρήσης.
Τα εισαγόμενα αγαθά που απαιτούν υψηλή κατανάλωση ενέργειας για την παραγωγή και τη μεταφορά τους, όπως τα αυτοκίνητα, τα είδη επίπλωσης και οι ηλεκτρονικές συσκευές, θα γνωρίσουν αισθητές ανατιμήσεις.
Παρόλο που το ισχυρό ελβετικό νόμισμα λειτουργεί ως προστατευτική ασπίδα, απορροφώντας ένα μέρος των κραδασμών από τις διεθνείς αγορές, ορισμένοι τομείς θα υποστούν τεράστιες πιέσεις.
Η πιο άμεση και εμφανής συνέπεια για τους πολίτες θα καταγραφεί στις αντλίες των πρατηρίων υγρών καυσίμων.
Ο εκπρόσωπος του ινστιτούτου ξεκαθάρισε ότι, βάσει των τρεχουσών αναλύσεων, η τιμή της αμόλυβδης βενζίνης ενδέχεται να σταθεροποιηθεί γύρω στα δύο φράγκα ανά λίτρο.
Αντίστοιχες αυξήσεις αναμένονται και στο ευρύτερο φάσμα των υπηρεσιών μεταφορών, μετακυλίοντας το επιπλέον κόστος λειτουργίας τους απευθείας στους τελικούς καταναλωτές και επιβαρύνοντας περαιτέρω την εφοδιαστική αλυσίδα.
Η σύγκριση με το παρελθόν και ο ρόλος των αμερικανικών δασμών
Αν και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποτελεί μια σοβαρή πηγή ανησυχίας, οι αναλυτές τονίζουν ότι η συγκυρία διαφέρει σημαντικά από προηγούμενες κρίσεις.
Συγκρίνοντας την τρέχουσα κατάσταση με την περίοδο έναρξης του πολέμου στην Ουκρανία, ο επικεφαλής των προβλέψεων υπογράμμισε ότι η Ευρώπη έχει πλέον διαφοροποιήσει τις πηγές ενεργειακού εφοδιασμού της.
Η εκτεταμένη χρήση υγροποιημένου φυσικού αερίου προσφέρει πολύ μεγαλύτερη ευελιξία, αποτρέποντας ένα νέο, ανεξέλεγκτο κύμα πληθωρισμού όπως αυτό που ακολούθησε την πανδημία.
Παρ’ όλα αυτά, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την οικονομική σταθερότητα της χώρας δεν προέρχεται από τα πεδία των μαχών, αλλά από τις εμπορικές πολιτικές των ΗΠΑ.
Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η επιβολή νέων, ασύμμετρων αμερικανικών δασμών θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για την εξωστρεφή ελβετική οικονομία.
Μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε τις εγχώριες επιχειρήσεις σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση έναντι του διεθνούς ανταγωνισμού, προκαλώντας πολύ βαθύτερες και πιο μόνιμες οικονομικές συνέπειες από τις πρόσκαιρες αναταράξεις της αγοράς πετρελαίου.