Γερμανία – Σε υπαρξιακή κρίση βυθίζεται ο κλάδος της εμπορίας αυτοκινήτων στη Γερμανία, με τα επίσημα στοιχεία να καταγράφουν μια δραματική επιδείνωση των οικονομικών δεικτών που απειλεί τη βιωσιμότητα εκατοντάδων επιχειρήσεων. Οι προειδοποιήσεις των μεγάλων κατασκευαστών για επερχόμενη ύφεση επιβεβαιώνονται με τον χειρότερο τρόπο, καθώς η αγορά διολισθαίνει ταχύτατα σε καθεστώς αστάθειας. Ο αριθμός των μεγάλων πτωχεύσεων αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς, δημιουργώντας ένα ντόμινο αρνητικών εξελίξεων που παρασύρει στο διάβα του από τους προμηθευτές εξαρτημάτων μέχρι τις τελικές αντιπροσωπείες πώλησης.
Τα απολογιστικά στοιχεία του προηγούμενου έτους αποτύπωσαν με σαφήνεια το μέγεθος του προβλήματος, αποδεικνύοντας ότι ο κλάδος βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Παρά την ύπαρξη μακροχρόνιων συμβάσεων μεταξύ των αυτοκινητοβιομηχανιών και των προμηθευτών, η αλυσίδα αξίας έχει διαρραγεί. Πλήθος επιχειρήσεων που τροφοδοτούσαν τις γραμμές παραγωγής αναγκάστηκαν να κηρύξουν πτώχευση, καθώς οι μεγάλοι κατασκευαστές, αδυνατώντας να πιάσουν τους στόχους πωλήσεων, προχώρησαν σε ακυρώσεις ή δραστικές μειώσεις των παραγγελιών. Η απώλεια κρίσιμων συμβολαίων οδήγησε στο οικονομικό τέλμα όχι μόνο μικρές βιοτεχνίες αλλά και μεγάλες μονάδες παραγωγής εξαρτημάτων.
Οριακά κέρδη και κίνδυνος βιωσιμότητας για τους εμπόρους
Το κύμα της κρίσης χτυπά πλέον με σφοδρότητα την «πρώτη γραμμή» της αγοράς: τους εμπόρους αυτοκινήτων. Η σύγκριση με το 2024 αποκαλύπτει μια ραγδαία επιδείνωση του επιχειρηματικού κλίματος, με τους φόβους για την επόμενη μέρα να κυριαρχούν. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αφορά την κερδοφορία, καθώς οι μέσες αποδόσεις επί των πωλήσεων (Umsatzrenditen) έχουν συρρικνωθεί στο οριακό 1,1%. Με τέτοια περιθώρια κέρδους, οι αναλυτές της αγοράς αποκλείουν κάθε σενάριο ανάπτυξης για το προσεχές διάστημα, εκτιμώντας ότι ο κλάδος εισέρχεται σε φάση επιβίωσης.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο για τους εμπόρους καινούργιων αυτοκινήτων που συνεργάζονται με τους μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους. Η τάση που διαμορφώθηκε το προηγούμενο έτος συνεχίζεται αμείωτη και το 2026, χωρίς να διαφαίνονται σημάδια ανάκαμψης. Οι εκθέσεις αυτοκινήτων παραμένουν γεμάτες με αδιάθετα οχήματα, δημιουργώντας τεράστιο κόστος διαχείρισης και αυξάνοντας τον κίνδυνο απαξίωσης των αποθεμάτων (stock). Η αδυναμία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων πιέζει περαιτέρω τους ισολογισμούς των αντιπροσωπειών, οδηγώντας πολλές εξ αυτών στο φάσμα της χρεοκοπίας.
Ο «πόλεμος» των εκπτώσεων και η στάση των πελατών
Σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, η συμπεριφορά των καταναλωτών έχει αλλάξει ριζικά, επιτείνοντας την πίεση στους εμπόρους. Οι υποψήφιοι αγοραστές, αντιλαμβανόμενοι την κρίση, αναζητούν επιθετικά τις χαμηλότερες τιμές, συγκρίνοντας εξονυχιστικά τις προσφορές και κλείνοντας συμφωνίες μόνο εκεί που εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή έκπτωση. Αυτή η στροφή έχει πυροδοτήσει έναν ανελέητο πόλεμο τιμών.
Επιπρόσθετα, οι ίδιοι οι κατασκευαστές, στην προσπάθειά τους να διασώσουν τα μερίδια αγοράς τους, έχουν ξεκινήσει τις δικές τους εκστρατείες εκπτώσεων, συχνά παρακάμπτοντας ή πιέζοντας τα δίκτυα διανομής. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των αυτοκινητοβιομηχανιών για την προσέλκυση πελατών έχει μετατραπεί σε μια «μάχη εκπτώσεων», η οποία όμως μετακυλίεται ως βάρος στις αντιπροσωπείες. Οι έμποροι βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην ανάγκη να ρίξουν τις τιμές για να πουλήσουν και στα ήδη συρρικνωμένα περιθώρια κέρδους, με αποτέλεσμα η οικονομική εξίσωση να μην βγαίνει για πολλές επιχειρήσεις.
