Βισμπάντεν – Η γερμανική οικονομία αντιμετωπίζει μια διττή πραγματικότητα, καθώς η ήπια ανάκαμψη που καταγράφηκε πρόσφατα συνοδεύεται από σημαντική διεύρυνση της τρύπας στα κρατικά ταμεία. Η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Statistisches Bundesamt) με έδρα το Βισμπάντεν ανακοίνωσε τα αναθεωρημένα στοιχεία για την οικονομική πορεία της χώρας το περασμένο έτος, επιβεβαιώνοντας μια απρόσμενη αναπτυξιακή ώθηση κατά το τελευταίο τρίμηνο. Το βασικό ζήτημα που απασχολεί πλέον τους ειδικούς είναι πώς οι νέες αυξημένες δαπάνες του κράτους θα διαμορφώσουν το βιοτικό επίπεδο και τη μακροοικονομική σταθερότητα της χώρας το προσεχές διάστημα.
Η συνεχιζόμενη ροή κρατικών κεφαλαίων προς τις εγχώριες υποδομές και τα κοινωνικά προγράμματα αναμένεται να αποτελέσει τον βασικό κινητήριο μοχλό για τη διατήρηση αυτής της θετικής δυναμικής εντός του τρέχοντος έτους. Παρά ταύτα, η στρατηγική επιλογή να χρηματοδοτηθεί αυτή η ανάπτυξη μέσω νέου δανεισμού δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τον εθνικό κορβανά. Η χαλάρωση των περιορισμών στο φρένο χρέους επιτρέπει μεν την υλοποίηση έργων ζωτικής σημασίας, ωστόσο φορτώνει τον κρατικό προϋπολογισμό με πρωτοφανή ελλείμματα. Τα επίσημα δεδομένα αποτυπώνουν μια σαφή εικόνα, όπου οι δαπάνες σε κάθε επίπεδο διοίκησης ξεπέρασαν κατά πολύ τα έσοδα, ενώ το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους περιορίζει τα περιθώρια μελλοντικών ελιγμών.
Η εκτόξευση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και το ευρωπαϊκό όριο
Το οικονομικό κλείσιμο της προηγούμενης χρονιάς ανέδειξε μια επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών, η οποία αποδείχθηκε αισθητά σοβαρότερη από τις αρχικές αναλύσεις. Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, το συνολικό έλλειμμα που καταγράφηκε σε ομοσπονδιακό, κρατιδιακό και δημοτικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης, ανήλθε τελικά στο 2,7 τοις εκατό της συνολικής οικονομικής παραγωγής. Το νούμερο αυτό υπερβαίνει τις προσωρινές προβλέψεις που είχαν δημοσιευτεί νωρίτερα και οι οποίες τοποθετούσαν το αρνητικό ισοζύγιο χαμηλότερα, στο 2,4 τοις εκατό.
Σε απόλυτους αριθμούς, οι αρμόδιες αρχές κατέγραψαν ότι το κράτος δαπάνησε 119,1 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα κατάφερε να εισπράξει κατά τη διάρκεια του δωδεκαμήνου. Αυτή η απόκλιση είναι αυξημένη κατά περίπου τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη χρονιά. Παρόλο που σημειώθηκε αξιοσημείωτη αύξηση στα έσοδα από φόρους και στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ο ρυθμός με τον οποίο αναπτύχθηκαν τα κρατικά έξοδα ήταν συντριπτικά υψηλότερος. Οι πιέσεις στα δημόσια ταμεία εντάθηκαν κυρίως από τις δαπάνες για τόκους αλλά και από τις αυξημένες κοινωνικές παροχές, ειδικά για τις συντάξεις. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα κατόρθωσε να παραμείνει εντός του ευρωπαϊκού κανόνα, ο οποίος θέτει ως ανώτατο επιτρεπτό όριο ελλείμματος το τρία τοις εκατό.
Επενδύσεις δισεκατομμυρίων απέναντι στις νέες προβλέψεις της κεντρικής τράπεζας
Η απόφαση για μαζική διοχέτευση πόρων σε κρίσιμους τομείς της εθνικής λειτουργίας αναμένεται να αλλάξει δραστικά τη δημοσιονομική εικόνα στο άμεσο μέλλον. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας (Bundesbank) έχει ήδη προχωρήσει σε σχετικές αναλύσεις, προβλέποντας μια σταθερή και ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών δεικτών. Οι εκτιμήσεις του θεσμού δείχνουν ότι το ποσοστό του ελλείμματος θα μπορούσε να σκαρφαλώσει ακόμα και στο τέσσερα και μισό τοις εκατό μέχρι το έτος 2027. Αυτή η κατακόρυφη αύξηση συνδέεται άμεσα με το σχέδιο να χρηματοδοτηθούν μέσω νέου χρέους τεράστια έργα στους οδικούς άξονες, στα σιδηροδρομικά δίκτυα και στην ενίσχυση της άμυνας.
Οι μακροοικονομικοί αναλυτές θεωρούν ότι αυτή η εισροή κρατικών κεφαλαίων θα λειτουργήσει ως ισχυρό τονωτικό για την πραγματική αγορά. Μετά από ένα υποτονικό ξεκίνημα στις αρχές της νέας χρονιάς, η συνολική δραστηριότητα αναμένεται να ανεβάσει ρυθμούς από την άνοιξη και έπειτα, δημιουργώντας έναν τεράστιο κύκλο εργασιών στους τομείς της κατασκευής και της βιομηχανίας. Ωστόσο, το δημοσιονομικό τίμημα αυτής της ενισχυμένης προσπάθειας αποτελεί ένα μόνιμο βάρος για τα κρατικά ταμεία, αναγκάζοντας το οικονομικό επιτελείο να αναζητήσει τρόπους αντιμετώπισης του αυξημένου χρέους στα επόμενα χρόνια.
Η πορεία του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος στο τέλος της χρονιάς
Η συνολική απόδοση της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας το τελευταίο διάστημα έκρυβε μια θετική αντίδραση, παρά το παρατεταμένα δυσμενές περιβάλλον. Το τέταρτο τρίμηνο του περασμένου έτους καταγράφηκε μια αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος κατά 0,3 τοις εκατό σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο. Η δυναμική αυτή, σύμφωνα με τους ειδικούς του κράτους, στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην αισθητή αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς και στις διευρυμένες δαπάνες που πραγματοποίησε ο κρατικός μηχανισμός. Παράλληλα, ο κατασκευαστικός τομέας παρουσίασε έντονη ανάκαμψη, με τις επενδύσεις σε οικοδομικά έργα να σημειώνουν σημαντική άνοδο.
Η επίσημη αποτίμηση από τη στατιστική αρχή
Λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική εικόνα, η επικεφαλής της ομοσπονδιακής στατιστικής αρχής, Ruth Brand, προχώρησε σε μια επίσημη τοποθέτηση για να αποσαφηνίσει την πορεία της αγοράς. Όπως μεταφέρθηκε από τον φορέα, η αξιωματούχος εξήγησε ότι η προηγούμενη χρονιά χαρακτηρίστηκε από έντονη αστάθεια, με συνεχείς διακυμάνσεις στην πορεία των βασικών δεικτών.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι το κλείσιμο του έτους σφραγίστηκε τελικά από μια ξεκάθαρη ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η χώρα κατόρθωσε αθροιστικά για ολόκληρο το περασμένο έτος να κλείσει με ένα ισχνό θετικό πρόσημο της τάξης του 0,2 τοις εκατό. Έτσι, αποσοβήθηκε οριστικά ο κίνδυνος να καταγραφεί και τρίτη συνεχόμενη χρονιά χωρίς καμία απολύτως οικονομική μεγέθυνση, βάζοντας φρένο στις ανησυχίες για βαθιά ύφεση.