Γερμανία – Σημαντική επιβάρυνση, η οποία υπολογίζεται σωρευτικά στα 150 δισεκατομμύρια ευρώ, αναμένεται να επωμιστεί ο γερμανικός προϋπολογισμός λόγω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων στήριξης για την πανδημία. Η συμμετοχή της χώρας στην αποπληρωμή των κοινών ευρωπαϊκών χρεών προκαλεί ήδη έντονες πολιτικές αντιδράσεις, καθώς η εγχώρια οικονομία καταγράφει χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σύγκριση με τα κράτη που έλαβαν τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το γερμανικό μερίδιο στον προϋπολογισμό της ΕΕ ανέρχεται επί του παρόντος στο 22,6%.
- Από το 2028 έως το 2034, οι τόκοι και τα χρεολύσια θα φτάσουν έως και τα 168 δισ. ευρώ.
- Η αποπληρωμή των επιχορηγήσεων προς τα κράτη-μέλη θα διαρκέσει από το 2028 έως το 2058.
Το αυξανόμενο κόστος και το γερμανικό μερίδιο
Η συνολική οικονομική επιβάρυνση για τη Γερμανία καθορίζεται από το μερίδιο συνεισφοράς της στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο διαμορφώνεται σήμερα στο 22,6%. Σύμφωνα με τα κυβερνητικά στοιχεία, αυτό μεταφράζεται σε ετήσιο κόστος περίπου πέντε δισεκατομμυρίων ευρώ. Η τελική επιβάρυνση εξαρτάται άμεσα από την πορεία των επιτοκίων και τη μελλοντική οικονομική ισχύ της χώρας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αναθεώρηση των εκτιμήσεων για την τρέχουσα δημοσιονομική περίοδο 2021-2027. Το υπολογιζόμενο κόστος έχει ήδη σχεδόν διπλασιαστεί, εκτινασσόμενο από τα 15 στα 28 δισεκατομμύρια ευρώ. Για το επόμενο δημοσιονομικό πλαίσιο, μεταξύ των ετών 2028 και 2034, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να καταβάλει για τόκους και χρεολύσια ένα ποσό που κυμαίνεται από 140 έως 168 δισεκατομμύρια ευρώ. Από αυτό το σύνολο, η γερμανική συμμετοχή αναμένεται να ανέλθει μεταξύ 32 και 38 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η κατανομή των κονδυλίων και οι πολιτικές αντιδράσεις
Ο πυρήνας του προβλήματος εστιάζεται στην κατανομή ενός συνολικού όγκου επιχορηγήσεων ύψους 421 δισεκατομμυρίων ευρώ. Περισσότερα από τα μισά κεφάλαια κατευθύνονται ως μη επιστρεπτέες ενισχύσεις σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία. Την ίδια στιγμή, οι μεγαλύτεροι καθαροί πληρωτές του συστήματος, δίπλα στη Γερμανία, είναι η Γαλλία και η Ολλανδία. Η Κομισιόν οφείλει να αποπληρώσει τα σχετικά ποσά στους πιστωτές της σε βάθος τριάντα ετών, από το 2028 έως το 2058.
Το ζήτημα έχει προκαλέσει έντονη κριτική στο εσωτερικό της χώρας. Σε δηλώσεις στην εφημερίδα Welt am Sonntag, εκπρόσωπος του FDP στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπογράμμισε το παράδοξο της κατάστασης, όπου η γερμανική οικονομία υποχωρεί, αλλά καλείται να χρηματοδοτήσει τα προγράμματα άλλων κρατών. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η ευρωβουλευτής του CSU, Monika Hohlmeier, η οποία εξέφρασε αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των επενδύσεων στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Σύμφωνα με την ίδια, τα κεφάλαια απορροφήθηκαν από τους εθνικούς προϋπολογισμούς χωρίς να ενισχύσουν ουσιαστικά υποδομές ζωτικής σημασίας, αποδεικνύοντας στην πράξη τους κινδύνους που κρύβει η λογική του κοινού ευρωπαϊκού χρέους.