Γερμανία – Σε επίπεδα ρεκόρ έχει σκαρφαλώσει το κόστος διαχείρισης του επιδόματος πολίτη (Bürgergeld) στη Γερμανία, προκαλώντας έντονο προβληματισμό για τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας. Σύμφωνα με νέα στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας, η γραφειοκρατική υποστήριξη κάθε ικανού προς εργασία δικαιούχου κοστίζει πλέον στο γερμανικό κράτος περισσότερα από 2.000 ευρώ ετησίως. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις, καθώς οι πόροι που απαιτούνται για τη λειτουργία του μηχανισμού απορροφούν κεφάλαια τα οποία, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να κατευθύνονται στην ουσιαστική υποστήριξη των ανέργων για την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας.
Η σχετική έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας Αγοράς Εργασίας και Νεολαίας της Βρέμης (BIAJ) αποκαλύπτει ότι κατά το περασμένο έτος, οι συνολικές δαπάνες για τη διοίκηση του επιδόματος ανήλθαν στα 7,97 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό σηματοδοτεί μια αύξηση της τάξεως του 41% σε σύγκριση με το 2015, όταν το αντίστοιχο κόστος βρισκόταν στα 5,64 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε ατομικό επίπεδο, η διαχείριση του φακέλου ενός και μόνο δικαιούχου επιβάρυνε τα δημόσια ταμεία με 2.046 ευρώ το χρόνο, σπάζοντας για πρώτη φορά το φράγμα των 2.000 ευρώ. Για λόγους σύγκρισης, πριν από μία δεκαετία, το αντίστοιχο διαχειριστικό κόστος ανά άτομο περιοριζόταν στα 1.303 ευρώ.
Μεταφορά κονδυλίων και περικοπές στην κατάρτιση
Τη μερίδα του λέοντος των εξόδων καλύπτει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία κατέβαλε περίπου 6,8 δισεκατομμύρια ευρώ, με το υπόλοιπο ποσό να βαραίνει τους δήμους και τις κοινότητες. Ωστόσο, ο δημοσιονομικός σχεδιασμός αποδείχθηκε ανεπαρκής για να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες. Στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό του 2025 είχαν προβλεφθεί αρχικά μόλις 5,25 δισεκατομμύρια ευρώ για τη διοικητική λειτουργία του συστήματος. Προκειμένου να καλυφθεί η “μαύρη τρύπα” που δημιουργήθηκε από την εκτίναξη των δαπανών, απαιτήθηκε η εσωτερική ανακατανομή πόρων.
Το αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι ότι χρήματα που προορίζονταν αρχικά για «υπηρεσίες ένταξης στην εργασία» χρησιμοποιήθηκαν τελικά για να πληρωθούν τα λειτουργικά έξοδα των υπηρεσιών. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι εξαιτίας του ακριβού διοικητικού μηχανισμού, διατίθενται πλέον λιγότερα χρήματα για σεμινάρια επιμόρφωσης, μαθήματα μετεκπαίδευσης και άλλες δράσεις υποστήριξης που βοηθούν τους δικαιούχους να βρουν δουλειά. Η κατάσταση αυτή προκαλεί ανησυχία για το μέλλον, καθώς και για τον προϋπολογισμό του 2026 έχει προβλεφθεί το ίδιο ποσό των 5,25 δισεκατομμυρίων ευρώ, νούμερο που το Ινστιτούτο BIAJ χαρακτηρίζει ως «εντελώς μη ρεαλιστικό».
Αιτίες της αύξησης και ο ρόλος του προσωπικού
Βασική αιτία για την εκτόξευση του λειτουργικού κόστους θεωρούνται οι αυξήσεις στους μισθούς των υπαλλήλων, οι οποίες προέκυψαν ως αποτέλεσμα των πρόσφατων συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των μισθολογικών αναπροσαρμογών. Σήμερα, περίπου το ένα τρίτο των 100.000 εργαζομένων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης (Bundesagentur für Arbeit) απασχολείται αποκλειστικά με τη διαδικασία πληρωμής του επιδόματος πολίτη, του επιδόματος ανεργίας και του επιδόματος βραχυχρόνιας εργασίας. Ο τεράστιος αυτός μηχανισμός, σε συνδυασμό με τις αυξημένες μισθολογικές απολαβές, δημιουργεί ένα διαρκώς αυξανόμενο κόστος που πιέζει ασφυκτικά τα κονδύλια που θα έπρεπε να έχουν αναπτυξιακό χαρακτήρα.
