Μόναχο – Δραματικές διαστάσεις λαμβάνει το ζήτημα της εύρεσης στέγης στη βαυαρική πρωτεύουσα, καθώς δεκάδες χιλιάδες πολίτες βρίσκονται σε λίστες αναμονής για μια κοινωνική κατοικία, με την προσφορά να υπολείπεται συντριπτικά της ζήτησης. Κάθε χρόνο υποβάλλονται περίπου 30.000 αιτήσεις, ωστόσο ο δήμος διαθέτει τη δυνατότητα να παραχωρήσει μόλις 3.000 διαμερίσματα ετησίως, γεγονός που οδηγεί σε πολυετή αναμονή για την πλειονότητα των ενδιαφερομένων. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, ανοίγει μια νέα πολιτική συζήτηση σχετικά με τα κριτήρια προτεραιότητας, με τις παρατάξεις της CSU και του SPD να προωθούν αλλαγές που θα ευνοούν συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών.
Η κεντρική πρόταση που βρίσκεται στο τραπέζι αφορά την πριμοδότηση όσων εργάζονται, σε περιπτώσεις ισοβαθμίας κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των αιτήσεων. Η προοπτική αυτή, ωστόσο, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από κοινωνικούς φορείς και άλλες πολιτικές δυνάμεις, που προειδοποιούν για τον κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού ευάλωτων ομάδων.
Το σύστημα μοριοδότησης και η πρόταση ανατροπής
Η διαδικασία ανάθεσης κοινωνικής κατοικίας στο Μόναχο βασίζεται σε ένα αυστηρό σύστημα πόντων, με το ανώτατο όριο να φτάνει τους 150 βαθμούς. Καθοριστικοί παράγοντες για τη συγκέντρωση υψηλής βαθμολογίας είναι η κατάσταση έλλειψης στέγης, η οποία προσφέρει αυτομάτως 120 βαθμούς, καθώς και κοινωνικά κριτήρια όπως η ασθένεια ή η εγκυμοσύνη. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Στέγασης, Gerhard Mayer, σε περιπτώσεις ισοβαθμίας, μέχρι σήμερα λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια παραμονής του αιτούντος στην πόλη.
Ο επικεφαλής της CSU, Manuel Pretzl, εισηγείται πλέον μια σημαντική τροποποίηση αυτού του κανονισμού. Η πρότασή του προβλέπει ότι, σε περίπτωση ισοψηφίας μορίων, θα πρέπει να προκρίνεται ο υποψήφιος που εργάζεται, έναντι εκείνου που λαμβάνει επιδόματα ανεργίας. Ο Pretzl υποστήριξε ότι η εργασία πρέπει να ανταμείβεται με καλύτερες πιθανότητες στέγασης, τονίζοντας πως πολλοί εργαζόμενοι με χαμηλά εισοδήματα δυσκολεύονται να επιβιώσουν στην πόλη και μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε ένδειξη εκτίμησης και κίνητρο απασχόλησης.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η επικεφαλής του SPD, Anne Hübner, η οποία είχε καταθέσει παρόμοια πρόταση πριν από περίπου έναν χρόνο. Η Hübner επιδιώκει την προτεραιότητα όχι μόνο για τους εργαζόμενους αλλά και για τους συνταξιούχους. Η ίδια επεσήμανε ότι το θέμα αναμένεται να συζητηθεί στην αρμόδια κοινωνική επιτροπή στα τέλη Φεβρουαρίου, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η αλλαγή αυτή θα βελτιώσει τις συνθήκες για τους εργαζόμενους που αναζητούν στέγη.
Αντιδράσεις και νομικά εμπόδια
Η προοπτική αλλαγής των κριτηρίων συναντά σθεναρή αντίσταση. Η Karin Majewski, διευθύνουσα σύμβουλος του Paritätischer Wohlfahrtsverband, εξέφρασε την έντονη διαφωνία της, απορρίπτοντας τη λογική ότι μόνο οι εργαζόμενοι θεωρούνται «πολύτιμοι». Η ίδια υπογράμμισε τον κίνδυνο να αποκλειστούν κοινωνικές ομάδες που εξαρτώνται από τη βασική ασφάλιση, όπως οι μονογονεϊκές οικογένειες με πολλά ή ασθενή παιδιά, οι οποίες θα έβλεπαν τις πιθανότητές τους να μειώνονται δραματικά σε ένα τέτοιο σενάριο.
Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Πρασίνων, Sebastian Weisenburger, χαρακτήρισε την πρόταση καταδικαστέα, κατηγορώντας την CSU ότι προσπαθεί να διχάσει την κοινωνία και να στρέψει τους ενοικιαστές τον έναν εναντίον του άλλου. Κάλεσε μάλιστα την παράταξη να ασκήσει πίεση στον Markus Söder για την επαρκή χρηματοδότηση της κοινωνικής κατοικίας, αντί να αναζητά λύσεις που δημιουργούν κοινωνικούς αυτοματισμούς.
Επιφυλακτικός εμφανίζεται και ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Στέγασης, Gerhard Mayer, ο οποίος, αν και αναγνωρίζει τη λογική βάση των αιτημάτων, θέτει ζήτημα νομιμότητας. Επεσήμανε ότι η διοίκηση δεσμεύεται από το νομικό πλαίσιο και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, γεγονός που καθιστά αβέβαιη τη δυνατότητα εφαρμογής μιας τέτοιας διάκρισης βάσει των υφιστάμενων κανονισμών.
Το κόστος κατασκευής και οι σύμβουλοι
Πέρα από τα κριτήρια ανάθεσης, η CSU θέτει και ζήτημα διαχείρισης της δημοτικής εταιρείας στέγασης «Münchner Wohnen». Η παράταξη ζητά την πρόσληψη εξωτερικών συμβούλων για την παροχή τεχνογνωσίας σε θέματα εμπορικής και κατασκευαστικής οργάνωσης, υποστηρίζοντας ότι το κόστος της συμβουλευτικής θα καλυφθεί από τη μείωση των εξόδων κατασκευής, τα οποία θεωρεί υπερβολικά υψηλά.
Ως παράδειγμα σπατάλης, ο Manuel Pretzl ανέφερε το έργο στην οδό Nimmerfallstraße στην περιοχή Pasing, όπου ο προϋπολογισμός για την κατασκευή 70 διαμερισμάτων φέρεται να αγγίζει τα 70 εκατομμύρια ευρώ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και το κόστος αγοράς του συγκροτήματος κατοικιών, ύψους περίπου 32 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο στη συνέχεια κατεδαφίστηκε για να ανεγερθεί το νέο κτίριο.
