Γερμανία – Σε φάση εκτεταμένης αναδιοργάνωσης εισέρχεται ο εγχώριος τραπεζικός τομέας, καθώς ένα από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προχωρά σε σημαντική συρρίκνωση του φυσικού του δικτύου. Η ισπανική τράπεζα Santander δρομολογεί ριζικές αλλαγές στη γερμανική της θυγατρική, ανταποκρινόμενη στις νέες καταναλωτικές συνήθειες που επιτάσσουν τη μαζική μετάβαση στις ψηφιακές υπηρεσίες. Η απόφαση αυτή αναμένεται να επιφέρει άμεσες συνέπειες τόσο στην εξυπηρέτηση των πελατών σε τοπικό επίπεδο όσο και στο ίδιο το ανθρώπινο δυναμικό της εταιρείας σε ολόκληρη τη χώρα.
Η στρατηγική επιλογή της συρρίκνωσης εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ψηφιακού μετασχηματισμού που διατρέχει ολόκληρο τον κλάδο, με τις διοικήσεις να επανεξετάζουν συνεχώς τη βιωσιμότητα των παραδοσιακών καταστημάτων σε αστικά και περιφερειακά κέντρα. Όπως αναφέρει ο γερμανικός τύπος, η συγκεκριμένη τράπεζα προσαρμόζει εντατικά το λειτουργικό της μοντέλο στα νέα δεδομένα της αγοράς, επιδιώκοντας τον αυστηρό εξορθολογισμό του λειτουργικού κόστους εν μέσω ενός άκρως ανταγωνιστικού περιβάλλοντος.
Η ραγδαία μετατόπιση του πελατειακού κοινού προς τις αμιγώς διαδικτυακές τράπεζες και τις καινοτόμες εφαρμογές ηλεκτρονικής τραπεζικής καθιστά πλέον περιττή τη διατήρηση πολυάριθμων φυσικών σημείων παρουσίας. Αυτή η δυναμική έχει ωθήσει τους επιτελείς του ιδρύματος να επανασχεδιάσουν τον χάρτη της φυσικής τους δραστηριότητας, δίνοντας προτεραιότητα στις κεντρικές τοποθεσίες και καταργώντας περιφερειακά σημεία εξυπηρέτησης που παρουσιάζουν μειωμένη επισκεψιμότητα. Η εν λόγω αναδιάρθρωση αποτελεί βασικό μέρος ενός ευρύτερου επιχειρησιακού σχεδίου που αποσκοπεί στη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας του ομίλου απέναντι στις νέες, ευέλικτες χρηματοοικονομικές πλατφόρμες.
Ο αντίκτυπος στο δίκτυο καταστημάτων και οι απώλειες θέσεων εργασίας
Στο πλαίσιο αυτού του δραστικού ανασχεδιασμού, επιβεβαιώνεται ο οριστικός τερματισμός της λειτουργίας για περίπου 52 υποκαταστήματα της Santander σε διάφορες περιοχές της χώρας. Ο γερμανικός τύπος παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα πόλεων που θα χάσουν την τοπική τους εκπροσώπηση, στα οποία συγκαταλέγονται το κρατίδιο του Βρανδεμβούργου, το Λεβερκούζεν, καθώς και μικρότερες πόλεις όπως το Aalen, το Celle, το Flensburg, το Greifswald, το Kempten και το Tübingen. Η επιλογή των συγκεκριμένων τοποθεσιών υποδεικνύει μια σαφή τάση αποχώρησης από μικρότερες ή μεσαίες αγορές, όπου ο όγκος των φυσικών συναλλαγών δεν δικαιολογεί πλέον τα υπέρογκα έξοδα συντήρησης των εγκαταστάσεων.
Εκπρόσωποι της τράπεζας, τοποθετούμενοι δημοσίως επί του ζητήματος, απέδωσαν τις επικείμενες αλλαγές στην προσπάθεια βελτιστοποίησης του εθνικού δικτύου, επιβεβαιώνοντας εμμέσως τον βαρύ αντίκτυπο που θα υπάρξει στο εργατικό δυναμικό. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για σημαντικό αριθμό εργαζομένων που θα βρεθούν αντιμέτωποι με την απώλεια της θέσης τους, με τις σχετικές πληροφορίες να ανεβάζουν τον αριθμό των άμεσα επηρεαζόμενων σε πάνω από εκατό άτομα, ενώ υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο η συνολική μείωση του προσωπικού να αγγίξει μέχρι και τις 150 θέσεις εργασίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα απασχολεί επί του παρόντος περίπου 3.900 υπαλλήλους στη γερμανική επικράτεια.
Ιστορικό περικοπών, κέρδη ρεκόρ και μελλοντικοί επιχειρηματικοί στόχοι
Η τρέχουσα συρρίκνωση του δικτύου δεν αποτελεί πρωτοφανές γεγονός για την πορεία της συγκεκριμένης εταιρείας στη γερμανική αγορά. Μια αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν υπενθυμίζει ότι το 2017 η διοίκηση είχε προχωρήσει σε ένα ακόμη πιο επιθετικό πρόγραμμα αναδιάρθρωσης. Εκείνη την περίοδο, η τράπεζα είχε αποφασίσει το απότομο κλείσιμο περίπου 100 υποκαταστημάτων σε όλη τη χώρα, μια κίνηση που είχε ως αποτέλεσμα την επώδυνη κατάργηση 1.100 θέσεων εργασίας, προκαλώντας τότε έντονους κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του οργανισμού και αποδεικνύοντας τη διαχρονική πρόθεση της ηγεσίας να προσαρμόζει άμεσα το μέγεθος της εταιρείας στις εκάστοτε συνθήκες.
Παρά τις δραστικές περικοπές στο λειτουργικό σκέλος και τη συνεχιζόμενη μείωση του προσωπικού, η γενικότερη οικονομική εικόνα του ισπανικού ομίλου καταγράφει μια εντελώς διαφορετική, ανοδική δυναμική. Σύμφωνα με τα εξειδικευμένα οικονομικά μέσα της χώρας, η τράπεζα πέτυχε ιστορικό υψηλό κερδοφορίας κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, συγκεντρώνοντας καθαρά κέρδη που άγγιξαν το εντυπωσιακό ποσό των 14,1 δισεκατομμυρίων ευρώ σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η ισχυρή αυτή οικονομική θέση δεν φαίνεται ωστόσο να ανακόπτει την πολιτική των περικοπών στη γερμανική θυγατρική. Αντιθέτως, τα μεγαλεπήβολα σχέδια της ανώτατης διοίκησης προβλέπουν την περαιτέρω γιγάντωση των οικονομικών μεγεθών, θέτοντας ως απόλυτο στόχο την αύξηση του συνολικού καθαρού κέρδους στα 20 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το έτος 2028.