Ελβετία – Μια πρωτοφανής κρίση καταγράφεται στον τομέα της ψυχαγωγίας, καθώς η προσέλευση στις σκοτεινές αίθουσες της χώρας κατέρρευσε σε επίπεδα που είχαν να σημειωθούν εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, εξαιρουμένης της περιόδου των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας.
Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, ο συνολικός αριθμός των θεατών δεν κατάφερε να ξεπεράσει το ψυχολογικό φράγμα των δέκα εκατομμυρίων, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στους επαγγελματίες του κλάδου.
Αυτή η δραματική συρρίκνωση του κοινού δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων που περιλαμβάνουν από τις διεθνείς βιομηχανικές απεργίες μέχρι το δυσβάσταχτο κόστος διαβίωσης, το οποίο έχει μετατρέψει μια απλή βραδινή έξοδο σε πολυτέλεια για τον μέσο οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ωστόσο, τα πρώτα δεδομένα για τις αρχές του τρέχοντος έτους αφήνουν μια αχτίδα αισιοδοξίας για σταδιακή ανάκαμψη της αγοράς.
Το κόστος της οικογενειακής εξόδου και οι νέες συνήθειες
Η οικονομική διάσταση της κινηματογραφικής εξόδου αναδεικνύεται ίσως στο σημαντικότερο εμπόδιο για την προσέλκυση των θεατών.
Για μια τετραμελή οικογένεια, το κόστος για μια βραδιά μπροστά στη μεγάλη οθόνη ξεπερνά πλέον συστηματικά τα εκατό φράγκα, συνυπολογίζοντας την αγορά των εισιτηρίων, των αναψυκτικών και των σνακ.
Σε μια περίοδο όπου τα νοικοκυριά πιέζονται συνολικά από τον πληθωρισμό, το συγκεκριμένο ποσό κρίνεται απαγορευτικό για συχνές επισκέψεις, ωθώντας το κοινό σε αναζήτηση φθηνότερων εναλλακτικών λύσεων.
Παράλληλα, η σταθερή παρουσία των ψηφιακών πλατφορμών συνεχίζει να απορροφά ένα σημαντικό μερίδιο του χρόνου ψυχαγωγίας, παρόλο που η εκροή θεατών προς υπηρεσίες όπως το Netflix, το Apple TV και το HBO φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί το τελευταίο διάστημα.
Ένας επιπλέον παράγοντας που δυσχεραίνει την κατάσταση, ιδιαίτερα στις γαλλόφωνες περιοχές, είναι η παλαιότητα των υποδομών σε αρκετούς κινηματογράφους, οι οποίοι αδυνατούν να προσφέρουν την αναβαθμισμένη εμπειρία που αναζητά ο σύγχρονος καταναλωτής.
Στον αντίποδα αυτής της στασιμότητας, εξαιρέσεις αποτελούν νέες, υπερσύγχρονες επενδύσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πορεία της εταιρείας blue Cinema, θυγατρικής της εταιρείας τηλεπικοινωνιών, η οποία εγκαινίασε πρόσφατα ένα νέο συγκρότημα στην πόλη της Γενεύης και, αντίθετα με τη γενική τάση, κατέγραψε θετική εξέλιξη στα ποσοστά προσέλευσης των αιθουσών της.
Η υποχώρηση των αμερικανικών παραγωγών και η άνοδος της Ευρώπης
Η εξάρτηση της ευρωπαϊκής αγοράς από τα αμερικανικά υπερθεάματα αποδείχθηκε καθοριστική για τη φετινή πτώση.
Η ευρείας κλίμακας απεργία των σεναριογράφων στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2023 δημιούργησε ένα τεράστιο κενό παραγωγής, οι συνέπειες του οποίου έγιναν απολύτως αισθητές στις μαρκίζες των ευρωπαϊκών κινηματογράφων καθ’ όλη τη διάρκεια του περασμένου έτους.
Η έλλειψη μεγάλων εμπορικών επιτυχιών, οι οποίες παραδοσιακά λειτουργούν ως μαγνήτης για το μαζικό κοινό, στέρησε από τις αίθουσες τον βασικό τους κορμό εσόδων, αναγκάζοντας πολλές εταιρείες διανομής να μεταθέσουν τις πολυαναμενόμενες πρεμιέρες τους για το τέλος της χρονιάς.
Ως άμεσο αποτέλεσμα, το μερίδιο αγοράς των αμερικανικών ταινιών υποχώρησε στο πενήντα έξι τοις εκατό, έναντι του εξήντα ένα τοις εκατό που κατείχε την προηγούμενη χρονιά.
Το συγκεκριμένο κενό επιχείρησαν να καλύψουν οι ευρωπαϊκές παραγωγές, σημειώνοντας αξιοσημείωτη άνοδο, με πρωταγωνιστές τον γερμανικό, τον γαλλικό και τον βρετανικό κινηματογράφο.
Εν τω μεταξύ, η εγχώρια ελβετική παραγωγή διατήρησε τις δυνάμεις της σε ένα σταθερό επίπεδο, εξασφαλίζοντας ένα μερίδιο αγοράς που άγγιξε το εννέα κόμμα ένα τοις εκατό, αποδεικνύοντας τη δυναμική των τοπικών δημιουργών παρά το αντίξοο διεθνές περιβάλλον.
Τα στατιστικά της πτώσης και η ανάκαμψη του νέου έτους
Τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν την κλίμακα του προβλήματος, με τον συνολικό αριθμό εισιτηρίων να κλείνει στα εννέα κόμμα σαράντα επτά εκατομμύρια.
Η συρρίκνωση ωστόσο δεν ήταν ομοιόμορφη γεωγραφικά. Η γαλλόφωνη περιφέρεια κατέγραψε τη μεγαλύτερη απώλεια με πτώση της τάξης του δεκαέξι τοις εκατό, ενώ ακολούθησε η ιταλόφωνη περιοχή με μείον δεκατρία τοις εκατό.
Αντίθετα, η γερμανόφωνη πλευρά της χώρας επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, περιορίζοντας τις απώλειες μόλις στο τρία τοις εκατό, εν μέρει χάρη στην τεράστια επιτυχία της γερμανικής κωμωδίας Das Kanu des Manitu, η οποία βρέθηκε στις κορυφαίες προτιμήσεις του κοινού.
Σε εθνικό επίπεδο, το βάθρο των εισιτηρίων κυριάρχησαν τρεις αμερικανικές παραγωγές: η ταινία κινουμένων σχεδίων Zootopia 2, η επανέκδοση του Lilo & Stitch και το τρίτο μέρος του Avatar, με τον υπότιτλο Fire and Ash.
Από την άλλη πλευρά, η γαλλόφωνη αγορά επλήγη από την απουσία αντίστοιχων μεγάλων γαλλικών επιτυχιών.
Παρά τη ζοφερή εικόνα του παρελθόντος έτους, η βιομηχανία λαμβάνει αισιόδοξα μηνύματα από το ξεκίνημα του 2026.
Κατά τους δύο πρώτους μήνες, η επισκεψιμότητα εκτινάχθηκε κατά δεκαεπτά τοις εκατό, φτάνοντας τα δύο κόμμα ένα εκατομμύρια εισιτήρια, προδιαγράφοντας μια πιθανή αναστροφή του κλίματος.
Η ανάλυση των ειδικών για την κρίση του κλάδου
Οι εκπρόσωποι των θεσμικών οργάνων και της αγοράς συγκλίνουν στο ότι η κρίση έχει πολυδιάστατα αίτια.
Η επιστημονική συνεργάτιδα της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Bundesamt für Statistik), Emna El May, τοποθέτησε στο επίκεντρο του προβλήματος τον αντίκτυπο των κινητοποιήσεων στην αμερικανική βιομηχανία, επισημαίνοντας ότι οι περιορισμοί στα κινηματογραφικά πρότζεκτ είχαν άμεση αντανάκλαση στα ταμεία.
Την ίδια γραμμή ακολούθησε και ο διοικητικός διευθυντής της αλυσίδας Pathé, Stephan Herzog, παρατηρώντας την ανισορροπία που δημιουργήθηκε από τη συγκέντρωση των ελάχιστων μεγάλων παραγωγών αποκλειστικά στο τελευταίο τρίμηνο του έτους.
Από την πλευρά του ανεξάρτητου κινηματογράφου, η διευθύντρια του συλλόγου Fonction Cinéma, Aude Vermeil, εστίασε σε μια βαθύτερη κρίση περιεχομένου, σημειώνοντας τη μείωση της δημιουργικότητας και την επιφυλακτικότητα των αμερικανικών στούντιο, τα οποία προτιμούν πλέον τις ασφαλείς επενδύσεις σε συνέχειες γνωστών έργων και βιογραφίες.
Τέλος, ο πρόεδρος του ίδιου φορέα, Xavier Derigo, δικαιολόγησε τη μεγάλη πτώση στη γαλλόφωνη περιοχή, τονίζοντας την απουσία δυναμικών γαλλικών φιλμ που παραδοσιακά γεμίζουν τις αίθουσες, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν με παραγωγές τύπου Le Comte de Monte-Cristo και Un p’tit truc en plus.