Βερολίνο – Η υπομονή αποτελεί πλέον το βασικότερο εφόδιο για τους οδηγούς που κινούνται στη γερμανική πρωτεύουσα, καθώς τα νέα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η πόλη κατέχει την αρνητική πρωτιά στην κυκλοφοριακή συμφόρηση σε εθνικό επίπεδο. Σύμφωνα με τον ετήσιο δείκτη κυκλοφορίας που δημοσίευσε η εταιρεία ανάλυσης δεδομένων TomTom, καμία άλλη μεγάλη γερμανική πόλη δεν κατέγραψε τόσο έντονη επιβράδυνση της ροής των οχημάτων κατά το περασμένο έτος όσο η ευρύτερη περιοχή του Βερολίνου.
Τα στοιχεία της έκθεσης αποκαλύπτουν ότι η μέση ταχύτητα μετακίνησης στο ευρύτερο μητροπολιτικό συγκρότημα της πρωτεύουσας ήταν κατά 40% χαμηλότερη σε σύγκριση με συνθήκες ελεύθερης ροής. Το ποσοστό αυτό τοποθετεί το Βερολίνο στην κορυφή της λίστας των 29 πόλεων που εξετάστηκαν, αφήνοντας στη δεύτερη θέση το Έσσεν και το Αμβούργο, όπου οι καθυστερήσεις άγγιξαν το 39%. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η επιβάρυνση στους δρόμους του Βερολίνου παρουσίασε αύξηση της τάξεως των επτά ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, με το πρόβλημα να γίνεται ιδιαίτερα αισθητό κατά τις ώρες αιχμής.
Η ανάλυση της TomTom επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη κατάσταση δεν αποτελεί ένα παροδικό φαινόμενο. Αντιθέτως, ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα δομικών πιέσεων που προκύπτουν από την υψηλή ζήτηση μετακινήσεων, την έντονη ροή εργαζομένων που μετακινούνται καθημερινά από και προς την πόλη (pendler), καθώς και από τις περιορισμένες χωρητικότητες του οδικού δικτύου.
Ανατροπή δεδομένων στα κέντρα των πόλεων
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά όταν η μέτρηση εστιάζει αποκλειστικά στον στενό πυρήνα των αστικών κέντρων και όχι στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή. Σε αυτή την κατηγορία, την πρώτη θέση στην κατάταξη της ταλαιπωρίας καταλαμβάνει η Νυρεμβέργη, όπου καταγράφηκε καθυστέρηση 50% σε σχέση με την ομαλή ροή. Ακολουθούν το Αμβούργο με 49% και η Λειψία με 48%, ενώ το Βερολίνο υποχωρεί στην έβδομη θέση με ποσοστό 45%.
Η μεθοδολογία της έρευνας βασίζεται στην ανάλυση των κινήσεων των οδηγών μεταξύ διαφορετικών σημείων εκκίνησης και προορισμού. Ως περιοχή του κέντρου ορίζεται ο πυκνοδομημένος αστικός ιστός όπου παρατηρούνται σταθερά χαμηλές μέσες ταχύτητες, ενώ ως ευρύτερη περιοχή (Großraum) λογίζεται η εκτεταμένη ζώνη κυκλοφορίας και οικονομικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων των προαστίων και των γειτονικών δήμων που εξυπηρετούν τις καθημερινές μετακινήσεις των εργαζομένων.
