Γερμανία – Έντονες αντιδράσεις και πολιτικές αναταράξεις προκαλεί η συνεχιζόμενη εκτόξευση των τιμών στα υγρά καύσιμα, με τους καταναλωτές να επωμίζονται δυσβάσταχτα βάρη την ώρα που τα κρατικά ταμεία καταγράφουν ραγδαία αύξηση εσόδων λόγω της υψηλής φορολογίας. Η υπέρβαση του φράγματος των δύο ευρώ ανά λίτρο σε βενζίνη και diesel έχει πυροδοτήσει έναν ευρύτερο διάλογο για την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων, προκειμένου να προστατευθεί η αγοραστική δύναμη των πολιτών και να αποτραπεί ένα γενικότερο φρενάρισμα της οικονομικής δραστηριότητας.
Η κατάσταση στα πρατήρια έχει ξεφύγει από τα συνηθισμένα επίπεδα, με το πετρέλαιο κίνησης να καταγράφει ιστορικά υψηλά και να ξεπερνά ακόμη και την αμόλυβδη βενζίνη σε κόστος. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του γερμανικού τύπου, η δυσαρέσκεια των οδηγών εντείνεται καθημερινά, καθώς διαπιστώνουν ότι ένα τεράστιο ποσοστό της τελικής τιμής καταλήγει απευθείας στο κράτος. Οι εκκλήσεις για κυβερνητική παρέμβαση πληθαίνουν, ενόσω οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις διατηρούν τις τιμές του αργού πετρελαίου σε εξαιρετικά επικίνδυνα επίπεδα.
Η φορολογική επιβάρυνση στην αντλία και τα κρατικά έσοδα
Ο μηχανισμός διαμόρφωσης της τιμής των καυσίμων αποκαλύπτει ότι σχεδόν το ήμισυ του ποσού που πληρώνει ο καταναλωτής αφορά αποκλειστικά φόρους και τέλη. Συγκεκριμένα, όταν η τιμή διαμορφώνεται στα δύο ευρώ ανά λίτρο, το κράτος εισπράττει άμεσα το ποσό του 1,13 ευρώ. Όσο η λιανική τιμή ανεβαίνει, τόσο αυξάνονται και τα κρατικά έσοδα, φτάνοντας το 1,16 ευρώ σε περίπτωση που η τιμή σκαρφαλώσει στα 2,20 ευρώ, και τα 1,22 ευρώ αν αγγίξει τα 2,60 ευρώ ανά λίτρο.
Η ανάλυση αυτών των χρεώσεων δείχνει μια πολυεπίπεδη επιβάρυνση. Κάθε λίτρο περιλαμβάνει τον φόρο ορυκτελαίων, τον οικολογικό φόρο και το τέλος διοξειδίου του άνθρακα, στα οποία προστίθεται ο φόρος προστιθέμενης αξίας που υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού. Εκπρόσωποι συλλόγων αυτοκινητιστών, όπως ο Michael Haberland από την ένωση Mobil in Deutschland, ασκούν σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση, ζητώντας την άμεση αναστολή του φόρου άνθρακα και την επαναφορά ενός πλαφόν στις τιμές, παρόμοιου με εκείνο που είχε εφαρμοστεί το καλοκαίρι του 2022 και είχε προσφέρει σημαντική ελάφρυνση στους οδηγούς.
Κριτική για αισχροκέρδεια και οι πιέσεις για ελέγχους
Την ίδια στιγμή, οι πρακτικές των εταιρειών πετρελαιοειδών μπαίνουν στο μικροσκόπιο, καθώς υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι ανατιμήσεις περνούν στους καταναλωτές πολύ πιο γρήγορα από ό,τι δικαιολογείται εμπορικά. Εκπρόσωποι της λέσχης αυτοκινητιστών ADAC επισημαίνουν ότι οι αυξήσεις στις διεθνείς αγορές μετακυλίονται άμεσα στις αντλίες, παρόλο που τα αποθέματα στις δεξαμενές έχουν αγοραστεί με παλαιότερες, αισθητά χαμηλότερες τιμές. Αυτή η τακτική θεωρείται ότι διογκώνει τεχνητά το κόστος για τους πολίτες, δημιουργώντας υπερκέρδη για τις πολυεθνικές εταιρείες.
Μπροστά σε αυτές τις καταγγελίες, καταγράφεται έντονη κινητικότητα και σε θεσμικό επίπεδο. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι κυβερνητικά στελέχη άσκησαν πιέσεις στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας (Bundeswirtschaftsministerium), ζητώντας από την αρμόδια υπουργό Katherina Reiche να προχωρήσει σε άμεσο έλεγχο από τις αρχές ανταγωνισμού. Η εξέταση τυχόν καρτελικών πρακτικών στον κλάδο των καυσίμων αποτελεί πλέον προτεραιότητα, με το υπουργείο να δεσμεύεται για την έναρξη των σχετικών ελεγκτικών διαδικασιών το συντομότερο δυνατό.
Ενεργοποίηση μηχανισμών κρίσης εν μέσω διεθνών αναταραχών
Παρά την εισροή ρεκόρ στα κρατικά ταμεία, η ηγεσία του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών (Bundesfinanzministerium) υπό τον Lars Klingbeil δεν κρύβει τον έντονο προβληματισμό της. Η κατακόρυφη αύξηση του ενεργειακού κόστους απειλεί άμεσα την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και μειώνοντας την εγχώρια κατανάλωση. Παράλληλα, οι έντονες διακυμάνσεις στα διεθνή χρηματιστήρια επιτείνουν το αίσθημα ανασφάλειας, αναγκάζοντας το οικονομικό επιτελείο να τεθεί σε κατάσταση ύψιστης ετοιμότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, έχουν ήδη ενεργοποιηθεί ειδικοί μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων. Σε καθημερινή βάση, πραγματοποιούνται συσκέψεις για την αξιολόγηση των χρηματοπιστωτικών αγορών, σε στενή συνεργασία με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Bundesbank) και την Ομοσπονδιακή Αρχή Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (BaFin). Ταυτόχρονα, προετοιμάζονται σενάρια για την απορρόφηση των κραδασμών από περαιτέρω ανατιμήσεις. Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί επί τάπητος και σε διεθνές επίπεδο, καθώς οι συνέπειες από τις συγκρούσεις στο Ιράν βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα των επερχόμενων συναντήσεων των υπουργών Οικονομικών της ομάδας των G7.