Η Γερμανία εξακολουθεί να διατηρεί μια ισχυρή εξάρτηση από τα ζαχαρούχα αναψυκτικά, με τις καταναλωτικές συνήθειες να αντιστέκονται σθεναρά στις συστάσεις για υγιεινότερη διατροφή, παρά την οριακή άνοδο των εναλλακτικών επιλογών.
Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα που δημοσιοποίησε η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Destatis), η παραγωγή και κατανάλωση ροφημάτων με ζάχαρη παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, δημιουργώντας προβληματισμό για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία.
Τα επίσημα στοιχεία για το 2024 αποκαλύπτουν ότι η εγχώρια παραγωγή ζαχαρούχων αναψυκτικών άγγιξε τα 7,7 δισεκατομμύρια λίτρα.
Το νούμερο αυτό μεταφράζεται σε μια εντυπωσιακή κατά κεφαλήν κατανάλωση που φτάνει τα 93 λίτρα ανά κάτοικο ετησίως.
Παρά την έντονη δημόσια συζήτηση για τους κινδύνους της υπερβολικής πρόσληψης σακχάρων, η αγορά δείχνει αξιοσημείωτη στασιμότητα.
Σε σύγκριση με την περίοδο προ πενταετίας, το 2019, η μείωση που καταγράφηκε είναι σχεδόν αμελητέα, της τάξεως του 0,7%, γεγονός που αποδεικνύει ότι η στροφή προς πιο υγιεινά πρότυπα γίνεται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς.
Η σταδιακή άνοδος των light και η κυριαρχία του νερού
Στον αντίποδα της κυριαρχίας της ζάχαρης, η κατηγορία των αναψυκτικών χωρίς ζάχαρη (light ή zero) καταγράφει σταθερή αλλά όχι εκρηκτική ανάπτυξη.
Για το 2024, η παραγωγή αυτών των σκευασμάτων ανήλθε σε 1,5 δισεκατομμύρια λίτρα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 18 λίτρα ανά κάτοικο.
Αν και τα νούμερα αυτά απέχουν πολύ από τα αντίστοιχα των συμβατικών αναψυκτικών, η τάση είναι σαφώς ανοδική.
Συγκεκριμένα, καταγράφηκε αύξηση της τάξεως του 5,7% σε ετήσια βάση, ενώ σε σχέση με το 2019 η άνοδος φτάνει το 6,1%.
Ωστόσο, ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής στην κατανάλωση ροφημάτων στη Γερμανία παραμένει το μεταλλικό νερό.
Με την παραγωγή να εκτοξεύεται στα 12,7 δισεκατομμύρια λίτρα, η μέση κατανάλωση διαμορφώθηκε στα 152 λίτρα ανά άτομο για το περασμένο έτος.
Η επίδοση αυτή επιβεβαιώνει ότι, παρά την αγάπη για τα γλυκά ροφήματα, το νερό αποτελεί τη βασική επιλογή ενυδάτωσης για τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, λειτουργώντας ως αντιστάθμισμα στη συνολική εικόνα της αγοράς.
Ανησυχία για την παχυσαρκία και η συζήτηση για φορολόγηση
Η εμμονή στα ζαχαρούχα προϊόντα αποτυπώνεται ευκρινώς στους δείκτες υγείας του πληθυσμού.
Η κατά κεφαλήν κατανάλωση ζάχαρης στη Γερμανία για το 2023 υπολογίστηκε στα 41,2 κιλά, ποσότητα που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια που θέτουν οι διεθνείς οργανισμοί.
Τα αποτελέσματα αυτής της διατροφικής συμπεριφοράς είναι ορατά στα ποσοστά σωματικού βάρους.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία για το 2022, το ποσοστό παχυσαρκίας στους ενήλικες έφτασε το 24%, ξεπερνώντας τον παγκόσμιο μέσο όρο κατά οκτώ μονάδες.
Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα συνολικά ποσοστά υπερβαρότητας, τα οποία αγγίζουν το 61% του ενήλικου πληθυσμού και το 25% των παιδιών.
Συγκριτικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, τα αντίστοιχα ποσοστά κυμαίνονται στο 43% για τους ενήλικες και στο 20% για τους ανηλίκους. Η κατάσταση αυτή έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη λήψη θεσμικών μέτρων.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) έχει απευθύνει αυστηρές προειδοποιήσεις για τις συνέπειες της ζάχαρης, προτρέποντας τις κυβερνήσεις να υιοθετήσουν φορολογικά μέτρα για τα γλυκά ροφήματα.
Μέχρι στιγμής, 116 χώρες παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων ευρωπαϊκών κρατών όπως η Γαλλία, η Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν εφαρμόσει τέτοιους φόρους. Σ
τη Γερμανία, παρά το γεγονός ότι το θέμα του «φόρου ζάχαρης» συζητείται κατά καιρούς σε πολιτικό επίπεδο, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα καμία επίσημη νομοθετική πρωτοβουλία για την εφαρμογή του.