Βέλγιο – Μια βαρύτατη καταδίκη σε βάρος των βελγικών αρχών εξέδωσε την Πέμπτη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με έδρα το Στρασβούργο, επιβάλλοντας την καταβολή σημαντικών οικονομικών αποζημιώσεων για την εξευτελιστική μεταχείριση τεσσάρων αιτούντων διεθνή προστασία.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται άτομα με καταγωγή από την Ανγκόλα, τη Γουινέα, την Κίνα και το Καμερούν, τα οποία, φτάνοντας στη χώρα κατά τη διάρκεια των ετών 2022 και 2023, βρέθηκαν εντελώς απροστάτευτα στους δρόμους της πρωτεύουσας παρά την επίσημη καταγραφή των αιτημάτων τους. Το ανώτατο όργανο έκρινε νομικά αδικαιολόγητη την παρατεταμένη εγκατάλειψή τους, αναδεικνύοντας τις σοβαρές δυσλειτουργίες του εθνικού συστήματος υποδοχής.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Καταδίκη του βελγικού κράτους για εξευτελιστική μεταχείριση τεσσάρων αιτούντων άσυλο.
- Παραμονή μεταναστών στους δρόμους των Βρυξελλών για διάστημα έως και 338 ημερών.
- Επιβολή χρηματικών αποζημιώσεων από 5.070 έως 12.350 ευρώ για κάθε προσφεύγοντα.
- Ευθεία παραβίαση των άρθρων 3 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Οι τέσσερις μετανάστες αναγκάστηκαν να επιβιώσουν κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, περιπλανώμενοι στις Βρυξέλλες χωρίς καμία πρόσβαση σε βασικές εγκαταστάσεις υγιεινής και στερούμενοι στοιχειώδους υλικής υποστήριξης από τους κρατικούς φορείς. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν ενώπιον των δικαστών καταδεικνύουν ότι ένας εκ των προσφύγων παρέμεινε άστεγος για το εντυπωσιακό διάστημα των 338 ημερών, αντιμετωπίζοντας το δριμύ ψύχος του χειμώνα σε κατάσταση απόλυτης ανέχειας και μόνιμου φόβου για τη σωματική του ακεραιότητα. Σύμφωνα με την επίσημη ετυμηγορία, οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες φέρουν ακέραιη την ευθύνη για τη διαμόρφωση αυτού του ακραίου περιβάλλοντος αποκλεισμού, παραβιάζοντας κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι συνθήκες αυτές χαρακτηρίστηκαν άκρως απάνθρωπες.
Η παραβίαση των δικαστικών εντολών: Γιατί το κράτος αγνόησε τις αποφάσεις
Το πιο επιβαρυντικό στοιχείο για τη στάση του βελγικού κράτους προέκυψε από τη συστηματική άρνηση εκτέλεσης προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων που είχαν εκδοθεί σε εθνικό επίπεδο προς όφελος των αλλοδαπών. Το γαλλόφωνο δικαστήριο εργατικών διαφορών των Βρυξελλών (Arbeidsrechtbank) είχε ήδη διατάξει ρητά την κυβέρνηση να παράσχει άμεση στέγαση και την απαραίτητη υλική βοήθεια στους αιτούντες άσυλο, ακολουθώντας πιστά τις νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το εθνικό δίκαιο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τόνισε στην απόφασή του ότι, παρά την αναγνώριση των αντικειμενικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε τότε το σύστημα υποδοχής, ο χρόνος ανταπόκρισης των αρχών ξεπέρασε κάθε όριο λογικής και νομιμότητας. Η κρατική ολιγωρία αποδείχθηκε τελικά καταστροφική για τους θεσμούς.
Επιπρόσθετα, οι ευρωπαίοι δικαστές διαπίστωσαν ομόφωνα ότι η συμπεριφορά των βελγικών αρχών συνιστά ευθεία παραβίαση του άρθρου 3 της διεθνούς συνθήκης, το οποίο απαγορεύει ρητά και κατηγορηματικά την εξευτελιστική μεταχείριση υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Η κατάφωρη παραβίαση επεκτάθηκε και στο άρθρο 6, που εγγυάται το δικαίωμα σε μια δίκαιη δίκη, καθώς τα χρηματικά πρόστιμα (dwangsommen) που είχαν επιβληθεί στο κράτος από τα εθνικά δικαστήρια παραμένουν μέχρι και σήμερα εντελώς απλήρωτα. Ως άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διεθνούς καταδίκης, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υποχρεούται πλέον να καταβάλει στους τέσσερις ενάγοντες χρηματικές αποζημιώσεις, τα ποσά των οποίων κυμαίνονται από 5.070 έως 12.350 ευρώ. Η δικαιοσύνη επέβαλε βαρύ τίμημα.
Η αντίδραση της κυβέρνησης: Πώς δικαιολογεί η υπουργός την καθυστέρηση
Απαντώντας στην αυστηρή απόφαση του ευρωπαϊκού οργάνου, η σημερινή πολιτική ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου προσπάθησε να διαχωρίσει άμεσα τη θέση της από τις εμφανείς διοικητικές παραλείψεις του παρελθόντος. Η υπουργός Ασύλου και Μετανάστευσης, Anneleen Van Bossuyt, στέλεχος του κόμματος N-VA, έσπευσε να υπογραμμίσει δημόσια ότι τα καταδικαστέα περιστατικά σημειώθηκαν αποκλειστικά κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νομοθετικής περιόδου, διευκρινίζοντας πως ο τωρινός κυβερνητικός συνασπισμός δεν έφερε τότε καμία ευθύνη για τη διαχείριση της συγκεκριμένης κρίσης. Η προσπάθεια αποστασιοποίησης από τις αστοχίες υπήρξε ξεκάθαρη.
Στη επίσημη δήλωσή της επεσήμανε με σαφήνεια ότι «εν τω μεταξύ εφαρμόστηκαν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις», διασφαλίζοντας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, επαρκείς θέσεις φιλοξενίας για όλα τα άτομα που τις δικαιούνται νομίμως εντός της χώρας. Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για την εξομάλυνση της κατάστασης, η απόφαση του δικαστηρίου του Στρασβούργου παραμένει ένας μόνιμος λεκές στο ιστορικό προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της χώρας, υπενθυμίζοντας τις νομικές συνέπειες της κρατικής αδιαφορίας. Το πολιτικό σκηνικό μετατοπίζει πλέον τις ευθύνες.