Κολωνία – Παρά τη χρονική συρρίκνωση της φετινής εορταστικής περιόδου, η «βιομηχανία» του καρναβαλιού στη Γερμανία αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ανθεκτική, παράγοντας τζίρο που αγγίζει τα επίπεδα ρεκόρ. Σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές προβλέψεις, η αγορά αναμένεται να κινηθεί σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με την εστίαση και τον τουρισμό να καρπώνονται τη μερίδα του λέοντος, ενώ το επίκεντρο των εκδηλώσεων, η Κολωνία, καταγράφει εντυπωσιακές πληρότητες αλλά και κατακόρυφη αύξηση στο κόστος διαμονής.
Η φετινή περίοδος κορυφώνεται στις 14 Φεβρουαρίου, και παρά το γεγονός ότι η σεζόν είναι συντομότερη λόγω του ημερολογίου, τα οικονομικά μεγέθη παραμένουν εντυπωσιακά, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του εθίμου ως κρίσιμου πυλώνα για τις τοπικές οικονομίες.
Οικονομικός αντίκτυπος και η επίδραση του ημερολογίου
Σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου της Γερμανικής Οικονομίας (IW), ο συνολικός τζίρος για την τρέχουσα καρναβαλική περίοδο στη Γερμανία εκτιμάται ότι θα αγγίξει τα δύο δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό, αν και εντυπωσιακό, παρουσιάζει μια μικρή απόκλιση της τάξεως των 100 εκατομμυρίων ευρώ σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Η μείωση αυτή αποδίδεται αποκλειστικά σε ημερολογιακούς παράγοντες, καθώς το Πάσχα του 2026 έρχεται νωρίτερα, περιορίζοντας τη διάρκεια της καρναβαλικής περιόδου κατά 15 ημέρες σε σχέση με πέρυσι.
Παρά τις λιγότερες ημέρες εορτασμών, η ένταση της κατανάλωσης παραμένει υψηλή. Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η συμπίεση του χρόνου δεν αποθαρρύνει τους επισκέπτες, αλλά αντίθετα φαίνεται να πυκνώνει τη ζήτηση σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, δημιουργώντας συνθήκες οικονομικής ευφορίας στις περιοχές που φιλοξενούν τις μεγάλες παρελάσεις.
Η «μερίδα του λέοντος» σε εστίαση και λιανεμπόριο
Η ανάλυση των δεδομένων ανά κλάδο αποκαλύπτει τους μεγάλους κερδισμένους της περιόδου. Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται η γαστρονομία και η εστίαση, με τα έσοδα να προβλέπεται να φτάσουν τα 900 εκατομμύρια ευρώ. Η κατανάλωση φαγητού και ποτού, παραδοσιακά άρρηκτα συνδεδεμένη με τους εορτασμούς, αποτελεί τον βασικό κινητήριο μοχλό της τζιραδόρικης δραστηριότητας.
Ακολουθεί ο κλάδος του λιανικού εμπορίου, ο οποίος αναμένει εισπράξεις ύψους 400 εκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό αυτό αφορά κυρίως την αγορά στολών, αξεσουάρ και των παραδοσιακών γλυκισμάτων και μικροδώρων (Kamelle) που μοιράζονται κατά τη διάρκεια των παρελάσεων. Σημαντικά είναι και τα έσοδα για τον τομέα των μεταφορών, με τα τρένα και τα λεωφορεία να αναμένουν τζίρο 290 εκατομμυρίων ευρώ, καθώς εκατομμύρια επισκέπτες μετακινούνται προς τα αστικά κέντρα.
Επιπλέον, η βιομηχανία της φιλοξενίας προσβλέπει σε έσοδα 210 εκατομμυρίων ευρώ από διανυκτερεύσεις, ενώ περίπου 162 εκατομμύρια ευρώ θα δαπανηθούν για την αγορά εισιτηρίων σε εκδηλώσεις και για την κατασκευή των αρμάτων που συμμετέχουν στις παρελάσεις.
Η κυριαρχία της Κολωνίας και η έκρηξη στις τιμές ξενοδοχείων
Η Κολωνία επιβεβαιώνει τον τίτλο της ως η αδιαφιλονίκητη πρωτεύουσα του γερμανικού καρναβαλιού, συγκεντρώνοντας το 40% του συνολικού εθνικού τζίρου. Συγκεκριμένα, στην πόλη αναμένεται να διακινηθούν περίπου 850 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που υπογραμμίζει την τεράστια σημασία του θεσμού για την τοπική οικονομία της Ρηνανίας.
Ωστόσο, η αυξημένη ζήτηση φέρνει και σημαντικές επιβαρύνσεις για τους επισκέπτες. Τα στοιχεία του IW δείχνουν ότι οι τιμές των ξενοδοχείων στην Κολωνία κατά τις ημέρες αιχμής είναι αυξημένες κατά μέσο όρο κατά 66% σε σχέση με άλλες περιόδους, με το επιπλέον κόστος ανά διανυκτέρευση να αγγίζει τα 90 ευρώ. Αντίστοιχες αυξήσεις, αν και μικρότερες (άνω του 10%), παρατηρούνται σε πόλεις όπως η Βρέμη και το Rottweil.
Στον αντίποδα, πόλεις με ισχυρή καρναβαλική παράδοση όπως το Ντίσελντορφ και το Μάιντς παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα, με τις τιμές να εμφανίζουν ελαφρά πτώση ή σταθερότητα. Αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι προορισμοί προσελκύουν κυρίως επισκέπτες από τη γύρω περιοχή που δεν χρειάζονται διανυκτέρευση, σε αντίθεση με την Κολωνία που αποτελεί μαγνήτη για τουρίστες από όλη τη Γερμανία και το εξωτερικό.
