Γερμανία – Οι ιταλικές επιχειρήσεις διευρύνουν την παρουσία τους στη γερμανική οικονομία μέσω εξαγορών, με τη διεκδίκηση της Commerzbank από τη UniCredit να αποτελεί την πιο προβεβλημένη περίπτωση.
Η κινητικότητα δεν περιορίζεται στον τραπεζικό κλάδο, καθώς ιταλικοί όμιλοι επενδύουν σε γερμανικά μέσα ενημέρωσης, βιομηχανίες και υπηρεσίες μεταφορών, σε μια περίοδο κατά την οποία η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει παρατεταμένες πιέσεις.
- Η UniCredit ανακοίνωσε στις 15 Οκτωβρίου έγκριση της ΕΚΤ για τη διαδικασία εξαγοράς της Commerzbank, ύψους 45 δισ. ευρώ.
- Η αξία των ιταλικών εξαγορών στο εξωτερικό έφθασε τα 24 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 74% σε ετήσια βάση.
- Η Italo σχεδιάζει να ανταγωνιστεί τη Deutsche Bahn σε δύο γερμανικούς σιδηροδρομικούς άξονες έως το 2028.
Η οικονομική πίεση στη Γερμανία αλλάζει τον χάρτη των εξαγορών
Η εικόνα διαφέρει αισθητά από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών, όταν μεγάλοι γερμανικοί όμιλοι αξιοποιούσαν την οικονομική τους ισχύ για να εντάξουν στο χαρτοφυλάκιό τους γνωστά ιταλικά εμπορικά σήματα και επιχειρήσεις. Σήμερα, όπως περιγράφει ο Economist, ιταλικές εταιρείες βλέπουν ευκαιρίες να αποκτήσουν γερμανική τεχνολογία, πελατολόγια και παραγωγικές δυνατότητες, επενδύοντας σε μια αγορά που εξακολουθεί να έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Το γερμανικό ΑΕΠ παραμένει ουσιαστικά στάσιμο από την περίοδο της πανδημίας, ενώ επιχειρήσεις της μεταποίησης αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από κινεζικά προϊόντα χαμηλότερου κόστους. Οι πιέσεις αυτές συνδέονται, σύμφωνα με την ανάλυση, με τη μεγαλύτερη προθυμία ορισμένων γερμανικών εταιρειών να εξετάσουν προτάσεις εξαγοράς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η βιομηχανική τους τεχνογνωσία ή η θέση τους στην αγορά έχουν πάψει να αποτελούν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία.
Η Ιταλία, από την πλευρά της, έχει καταγράψει ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη από τη Γερμανία τα τελευταία χρόνια, παρότι οι επιδόσεις της δεν παραπέμπουν σε ιδιαίτερα ισχυρή αναπτυξιακή έκρηξη. Για τις ιταλικές επιχειρήσεις, λοιπόν, η επέκταση βόρεια των Άλπεων συνδέεται περισσότερο με συγκεκριμένες επιχειρηματικές δυνατότητες παρά με μια απλή σύγκριση των δύο εθνικών οικονομιών.
UniCredit και Commerzbank: Το κεντρικό μέτωπο με το Βερολίνο
Η πιο έντονη αντιπαράθεση εξελίσσεται στον τραπεζικό τομέα, όπου η ιταλική UniCredit επιδιώκει να αποκτήσει τη γερμανική Commerzbank. Στις 15 Οκτωβρίου η ιταλική τράπεζα ανακοίνωσε ότι εξασφάλισε την έγκριση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για να προχωρήσει στη διαδικασία της επιθετικής εξαγοράς, η αξία της οποίας αναφέρεται στα 45 δισ. ευρώ.
Η γερμανική κυβέρνηση, η οποία διατηρεί συμμετοχή 13% στην Commerzbank, έχει εκφράσει την αντίθεσή της στην προσπάθεια του επικεφαλής της UniCredit, Αντρέα Ορτσέλ. Η διαφωνία δεν αφορά μόνο την προοπτική αλλαγής ελέγχου σε έναν σημαντικό γερμανικό τραπεζικό οργανισμό, αλλά και τις μεθόδους με τις οποίες η ιταλική πλευρά αύξησε τη συμμετοχή της.
Στο επίκεντρο της έντασης βρίσκεται και η διοίκηση της Commerzbank, καθώς ο Economist αναφέρει ότι η πρόθεση του Ορτσέλ να απομακρύνει την επικεφαλής της γερμανικής τράπεζας, Μπετίνα Όρλοπ, έχει προκαλέσει πρόσθετη ενόχληση. Η έγκριση της ΕΚΤ αποτελεί σημαντικό βήμα για τη διαδικασία, δεν ταυτίζεται ωστόσο με ολοκληρωμένη εξαγορά.
Οι κανόνες για τις δημόσιες προτάσεις και το όριο του 50%
Μια ιδιαίτερα κρίσιμη πτυχή της υπόθεσης αφορά τη χρήση χρηματοοικονομικών παραγώγων για τη συγκέντρωση συμμετοχής στην Commerzbank. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Ορτσέλ αξιοποίησε αυτά τα εργαλεία με τρόπο που δεν αποκάλυπτε εξαρχής πλήρως την έκταση των σχεδίων του, ενώ η UniCredit υπέβαλε προσφορά για τις υπόλοιπες μετοχές λίγο πριν η συμμετοχή της αγγίξει το 30%.
Η χρονική αλληλουχία είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς επέτρεψε στην ιταλική τράπεζα να αποφύγει νέα υποχρεωτική δημόσια πρόταση κατά την υπέρβαση του συγκεκριμένου ορίου, μαζί με το υψηλότερο τίμημα που συχνά συνεπάγεται αυτή η διαδικασία. Έπειτα μπορούσε να συνεχίσει να αποκτά μετοχές από την αγορά, χωρίς να επαναλάβει την ίδια διαδικασία με τους όρους που θα ίσχυαν διαφορετικά.
Το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών επιδιώκει πλέον να αλλάξει το πλαίσιο, προβλέποντας δεύτερη υποχρεωτική δημόσια πρόταση όταν ο επίδοξος αγοραστής φτάνει στο 50% μιας εταιρείας, καθώς και αυστηρότερη αντιμετώπιση των παραγώγων που χρησιμοποιούνται για συγκέντρωση μετοχών. Ο Economist εκφράζει επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα αυτών των παρεμβάσεων στην τρέχουσα υπόθεση, εκτιμώντας ότι ακόμη και αν εγκριθούν, θα εφαρμοστούν πολύ αργά για να ανακόψουν τη συγκεκριμένη προσπάθεια.
Ιταλική παρουσία στα γερμανικά τρένα και στην τηλεόραση
Οι τραπεζικές συναλλαγές δεν είναι η μοναδική ένδειξη αυτής της επιχειρηματικής κινητικότητας. Στον κλάδο των μεταφορών, η ιταλική εταιρεία σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας Italo έχει εισέλθει στη γερμανική αγορά και σχεδιάζει να προσφέρει ανταγωνιστικές υπηρεσίες απέναντι στην κρατική Deutsche Bahn έως το 2028.
Οι διαδρομές στις οποίες επικεντρώνεται ο σχεδιασμός της συνδέουν το Μόναχο με την Κολωνία και το Ντόρτμουντ, καθώς και το Μόναχο με το Βερολίνο και το Αμβούργο. Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορά είσοδο σε μια αγορά υπηρεσιών και όχι εξαγορά γερμανικής επιχείρησης, καταδεικνύει όμως ότι η ιταλική επέκταση εκφράζεται και με άμεσο ανταγωνισμό σε καθιερωμένους γερμανικούς παρόχους.
Στον χώρο της τηλεόρασης, η MediaForEurope, υπό τον έλεγχο της οικογένειας του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, απέκτησε τη γερμανική ProSiebenSat.1, σε συμφωνία που αναφέρεται στα 1,8 δισ. ευρώ. Ακολούθησε αλλαγή διοίκησης, με τον Ιταλό Μάρκο Τζορντάνι να αντικαθιστά τον Ολλανδό Μπερτ Χάμπετς. Πρόκειται για μια διαφορετική επιχειρηματική δραστηριότητα, με απευθείας παρουσία στην αγορά ενημέρωσης και ψυχαγωγίας της Γερμανίας.
Το γερμανικό Mittelstand προσελκύει ιταλικά κεφάλαια
Πέρα από τις γνωστές εταιρικές επωνυμίες, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δραστηριότητα γύρω από το Mittelstand, το δίκτυο μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που αποτελεί κεντρικό στοιχείο της γερμανικής παραγωγικής δομής. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ζητούμενο για τους αγοραστές είναι η πρόσβαση σε εξειδικευμένα μηχανήματα, κατασκευαστικές γνώσεις και ήδη οργανωμένες σχέσεις με πελάτες.
Η επενδυτική τράπεζα Arkios καταγράφει αύξηση 74% στη συνολική αξία των εξαγορών που πραγματοποίησαν ιταλικές επιχειρήσεις εκτός Ιταλίας κατά το προηγούμενο έτος, με το συνολικό ποσό να διαμορφώνεται στα 24 δισ. ευρώ. Η Γερμανία, που αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ιταλίας, κατατάσσεται στην τρίτη θέση μεταξύ των προορισμών αυτών των εξαγορών, πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία.
Τα παραδείγματα καλύπτουν διαφορετικούς κλάδους: η φαρμακευτική Polifarma απέκτησε το 2025 τη Hennig Arzneimittel της Φρανκφούρτης, ενώ η τεχνολογική Bending Spoons αγόρασε τη γερμανική εφαρμογή σχεδιασμού διαδρομών Komoot. Σε βιομηχανικό επίπεδο, οι DIESSE και EsseEmme Tecno εξαγόρασαν τμήματα της αφερέγγυας Mayer, αναζητώντας πρόσβαση στην τεχνολογία μηχανών πλέξης, ενώ η κατασκευάστρια μηχανημάτων Danese απέκτησε τη γερμανική Zwaans.
Ο Γεργκ Μπουκ, από το Γερμανοϊταλικό Εμπορικό Επιμελητήριο στο Μιλάνο, επισημαίνει την αξία της γερμανικής αγοράς και της μηχανολογικής τεχνογνωσίας για τους Ιταλούς αγοραστές. Πρόκειται για στοιχεία που παραμένουν ελκυστικά ακόμη και όταν ορισμένες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσκολίες, καθώς μια εξαγορά μπορεί να προσφέρει πρόσβαση σε δυνατότητες που δεν δημιουργούνται εύκολα από την αρχή.
Οι γερμανικές εξαγορές στην Ιταλία δεν έχουν σταματήσει
Η αλλαγή κατεύθυνσης γίνεται πιο σαφής όταν συγκριθεί με προηγούμενες μεγάλες συμφωνίες: ο γερμανικός όμιλος Volkswagen απέκτησε τη Lamborghini το 1998 και τη Ducati το 2012, η ασφαλιστική Allianz αγόρασε την ιταλική RAS το 2005, ενώ η HeidelbergCement, σήμερα Heidelberg Materials, απορρόφησε την Italcementi το 2016.
Αυτές οι κινήσεις δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Η Lufthansa απέκτησε το 41% της ITA Airways και, σύμφωνα με τα σχέδια που αναφέρονται στο δημοσίευμα, επιδιώκει να αυξήσει το ποσοστό της στο 90% το επόμενο έτος. Οι συναλλαγές, επομένως, εξακολουθούν να πραγματοποιούνται και προς τις δύο κατευθύνσεις, με την ιταλική πλευρά να εμφανίζει πλέον μεγαλύτερη παρουσία ως αγοραστής γερμανικών περιουσιακών στοιχείων.
Στην υπόθεση της Commerzbank, η γερμανική κυβέρνηση διατηρεί την αντίθεσή της, ενώ η ιταλική τράπεζα έχει εξασφαλίσει την αναφερόμενη έγκριση της ΕΚΤ. Για το ευρύτερο κύμα συμφωνιών, η στασιμότητα της γερμανικής οικονομίας συνυπάρχει με ένα σταθερό επενδυτικό πλεονέκτημα: την αξία της τεχνογνωσίας και της πρόσβασης σε μια από τις σημαντικότερες αγορές της Ευρώπης.