Βάδη-Βυρτεμβέργη – Οι πρόσφατες προειδοποιήσεις των μετεωρολογικών υπηρεσιών για έντονες βροχοπτώσεις και τήξη χιονιού έχουν θέσει εκ νέου σε εγρήγορση τις αρχές στη νοτιοδυτική Γερμανία. Από την Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου, τα δεδομένα δείχνουν αυξημένο κίνδυνο, με τις προβλέψεις να εστιάζουν κυρίως στην περιοχή του Südschwarzwald και στον άνω ρου του Δούναβη, όπου τα φαινόμενα αναμένεται να είναι πιο έντονα. Η τρέχουσα ανησυχία για την άνοδο της στάθμης των υδάτων φέρνει στην επιφάνεια μνήμες από το παρελθόν, καθώς το κρατίδιο έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο ακραίων υδρολογικών φαινομένων που προκάλεσαν ανυπολόγιστες καταστροφές.
Η ιστορία των πλημμυρών στην περιοχή αποκαλύπτει τη διαχρονική ευαλωτότητα συγκεκριμένων ζωνών απέναντι στη δύναμη του νερού. Από τον 19ο αιώνα έως και τις πρόσφατες δεκαετίες, πόλεις όπως η Χαϊδελβέργη, το Μανχάιμ, το Φράιμπουργκ και περιοχές κατά μήκος του Ρήνου και του Neckar έχουν βιώσει δραματικές στιγμές. Η καταγραφή αυτών των γεγονότων δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική αναδρομή, αλλά υπενθυμίζει τη σφοδρότητα με την οποία τα φυσικά φαινόμενα μπορούν να ανατρέψουν την καθημερινότητα και να προκαλέσουν τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές πληγές.
Η «ιστορική καταιγίδα» του 19ου αιώνα και οι πρώτες καταγραφές
Η μεγαλύτερη τεκμηριωμένη καταστροφή στα υδρολογικά χρονικά της περιοχής παραμένει η πλημμύρα του 1824, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως «κατακλυσμός στον Neckar». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της διαχείρισης κινδύνου πλημμυρών της Βάδης-Βυρτεμβέργης, το συγκεκριμένο φαινόμενο ταξινομείται στατιστικά ως γεγονός που συμβαίνει μία φορά στα 4.000 χρόνια. Η στάθμη του νερού έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα, με τον μετρητή στο Eberbach να καταγράφει το ιστορικό ρεκόρ των 11,94 μέτρων. Μεγάλες εκτάσεις στη Χαϊδελβέργη και το Μανχάιμ βυθίστηκαν κάτω από το νερό, ενώ οι απώλειες ήταν τραγικές, περιλαμβάνοντας ανθρώπινες ζωές και πνιγμούς ζώων. Οι υλικές ζημιές στην τότε Βυρτεμβέργη υπολογίστηκαν σε 2,5 εκατομμύρια φιορίνια (Gulden), ποσό τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής, καθώς χωράφια και κατοικίες σαρώθηκαν από την ορμή των υδάτων.
Δεκαετίες αργότερα, το Φράιμπουργκ βρέθηκε αντιμέτωπο με τη δική του τραγωδία. Στις 7 και 8 Μαρτίου 1896, ο συνδυασμός έντονης βροχόπτωσης και τήξης του χιονιού μετέτρεψε τον ποταμό Dreisam σε έναν ανεξέλεγκτο χείμαρρο. Τα νερά υπερχείλισαν, προκαλώντας εκτεταμένες πλημμύρες σε μεγάλα τμήματα της πόλης. Το τίμημα ήταν βαρύ, με ανθρώπινες απώλειες να καταγράφονται κατά τη διάρκεια του φαινομένου. Ιδιαίτερα τραγική ήταν η περίπτωση δύο υπαλλήλων που βρίσκονταν στη γέφυρα Schwabentorbrücke τη λάθος στιγμή. Η κατασκευή δεν άντεξε την πίεση των ορμητικών νερών και παρασύρθηκε, συμπαρασύροντας και τους ανθρώπους. Η γέφυρα ανακατασκευάστηκε αργότερα, αλλά το γεγονός παρέμεινε χαραγμένο στη μνήμη της τοπικής κοινωνίας.
Ο 20ός αιώνας και η αλλαγή στη στρατηγική προστασίας
Τον Μάιο του 1978, η περιοχή του Nürtingen και οι γύρω οικισμοί βίωσαν ένα δραματικό γεγονός που άλλαξε τον τρόπο αντιμετώπισης των πλημμυρών. Μέσα σε διάστημα μόλις 36 ωρών, η στάθμη του Neckar ανέβηκε κατά 7 μέτρα, αιφνιδιάζοντας τους κατοίκους και τις αρχές. Οι καταστροφές ήταν τεράστιες, με το κόστος να κυμαίνεται μεταξύ 200 και 500 εκατομμυρίων μάρκων μόνο για το κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης. Το γεγονός αυτό λειτούργησε ως καταλύτης για τη λήψη θεσμικών αποφάσεων, οδηγώντας την πολιτεία στην εκπόνηση και εφαρμογή ενός «Ειδικού Προγράμματος Αντιπλημμυρικής Προστασίας», αναγνωρίζοντας την ανάγκη για πιο οργανωμένη άμυνα απέναντι στα καιρικά φαινόμενα.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις στα τέλη του αιώνα ήταν η λεγόμενη «Πλημμύρα των Χριστουγέννων» του 1993. Θεωρείται ένα από τα σοβαρότερα υδρολογικά συμβάντα του 20ού αιώνα στη Γερμανία και προκλήθηκε από βροχοπτώσεις που διήρκεσαν εβδομάδες. Το έδαφος στη λεκάνη απορροής του Ρήνου είχε κορεστεί πλήρως, με αποτέλεσμα οι νέες βροχές του Δεκεμβρίου να καταλήγουν απευθείας στα ποτάμια. Για τη Βάδη-Βυρτεμβέργη, καθοριστικός παράγοντας ήταν ο Neckar, η υπερχείλιση του οποίου τροφοδότησε την άνοδο της στάθμης του Ρήνου μετά τη συμβολή των δύο ποταμών. Αν και ο Άνω Ρήνος (Oberrhein) πάνω από το Μανχάιμ επηρεάστηκε λιγότερο, άλλες περιοχές δέχθηκαν τεράστια πίεση, με την Κολωνία να καταγράφει στάθμη 10,13 μέτρων και τις ζημιές να ανέρχονται σε εκατομμύρια.
Η απειλή στον Άνω Ρήνο και οι σύγχρονες προκλήσεις
Η δεκαετία του ’90 και οι αρχές του 2000 έφεραν στο προσκήνιο την ευπάθεια της περιοχής του Hochrhein. Στις 19 Μαΐου 1994, ακραίες ποσότητες βροχής, κυρίως στη βόρεια Ελβετία, μετέτρεψαν τον ποταμό σε σημείο υψηλού κινδύνου. Περιοχές όπως το Kadelburg, το Jestetten και το Albbruck επλήγησαν σφοδρά. Στο σταθμό ηλεκτροπαραγωγής του Albbruck μετρήθηκε ροή 4,4 εκατομμυρίων λίτρων ανά δευτερόλεπτο, η υψηλότερη από το 1933. Παράλληλα, στο Grießen (περιοχή Waldshut), η υπερχείλιση του ρέματος Schwarzbach προκάλεσε την κατάκλυση δρόμων και κατοικιών, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο και από μικρότερους παραπόταμους.
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1999, το Rheinfelden βρέθηκε στο επίκεντρο μιας νέας κρίσης, με τον Ρήνο να φτάνει σε ροή περίπου 4,9 εκατομμυρίων λίτρων ανά δευτερόλεπτο, ένα φαινόμενο που στατιστικά εμφανίζεται κάθε 200 χρόνια. Η κατάσταση ήταν τόσο οριακή που οι αρχές εξέτασαν ακόμα και το ενδεχόμενο ανατίναξης της παλιάς γέφυρας του Ρήνου για την αποσυμφόρηση της ροής. Οι ζημιές στην περιοχή του Waldshut άγγιξαν τα 590.000 μάρκα, αν και τα μέτρα αντιπλημμυρικής προστασίας που είχαν ήδη υλοποιηθεί απέτρεψαν τα χειρότερα. Τέλος, τον Μάρτιο του 2002, οι παραπόταμοι Rems και Murr δέχθηκαν τεράστιους όγκους νερού μεταξύ 19 και 21 Μαρτίου. Η αδυναμία του εδάφους να απορροφήσει τη βροχή οδήγησε σε σοβαρές ζημιές σε υποδομές, δημόσια κτίρια και εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού, ειδικά στην περιοχή Lorch, με το συνολικό κόστος στο Rems-Murr-Kreis να εκτιμάται στα 40 εκατομμύρια ευρώ.