Βερολίνο – Ζητήματα θεμελιώδους σημασίας για την ποιότητα της δημοκρατίας και την ελευθερία της έκφρασης στη Γερμανία θέτει η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ, Irene Khan. Μετά από μια εκτενή περιοδεία στη χώρα και επαφές με διάφορες κοινωνικές ομάδες, η ανώτατη αξιωματούχος του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέφρασε την έντονη ανησυχία της για το κλίμα που επικρατεί, κάνοντας λόγο για διάχυτο φόβο των πολιτών να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους. Η παρέμβαση της Khan εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι γερμανικές αρχές διαχειρίζονται τη δημόσια συζήτηση, επισημαίνοντας σοβαρές αποκλίσεις από τα διεθνή πρότυπα.
Η Irene Khan επισκέφθηκε το προηγούμενο διάστημα το Βερολίνο, τη Λειψία, τη Δρέσδη, την Κολωνία, το Ντίσελντορφ και την Καρλσρούη, όπου κατέγραψε μαρτυρίες και εμπειρίες από ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας των πολιτών. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, αίσθημα ανασφάλειας και φόβου εκφράστηκε από Εβραίους φοιτητές, ακτιβιστές που δραστηριοποιούνται υπέρ των παλαιστινιακών δικαιωμάτων, υπερασπιστές των δικαιωμάτων των γυναικών, καθώς και από δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς και καλλιτέχνες. Η κοινή συνισταμένη των καταγγελιών αφορά την αντίληψη ότι ο χώρος για ουσιαστικό δημοκρατικό διάλογο συρρικνώνεται επικίνδυνα.
Κριτική για την ποινικοποίηση της διαφωνίας
Η Ειδική Εισηγήτρια αναγνώρισε ότι η γερμανική κυβέρνηση λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις απειλές κατά της δημοκρατίας, ωστόσο άσκησε αυστηρή κριτική στη μεθοδολογία που ακολουθείται για την αντιμετώπισή τους. Η Khan επεσήμανε ότι η απάντηση των αρχών χαρακτηρίζεται από μια τάση «ποινικοποίησης» και προσκόλλησης σε «προσεγγίσεις προσανατολισμένες στην ασφάλεια». Αυτή η στρατηγική, αντί να προστατεύει τον δημόσιο διάλογο, οδηγεί τελικά στον περιορισμό του και στην ενίσχυση της κοινωνικής πόλωσης.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε συγκεκριμένα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί, όπως η αυστηροποίηση του πλαισίου προστασίας των κρατικών αξιωματούχων από τη δημόσια κριτική και οι οριζόντιες απαγορεύσεις συνθημάτων που χρησιμοποιούνται από ακτιβιστές. Παράλληλα, η Khan στηλίτευσε την πρακτική της παρακολούθησης οργανώσεων υπό το πρίσμα ασαφών και «θολών» αιτιολογήσεων περί «εξτρεμισμού». Όπως τόνισε η ίδια, πολλές από αυτές τις ενέργειες βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον νομικής και πολιτικής πίεσης προς όσους εκφράζουν αντίθετες απόψεις.
Ο ρόλος της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας
Στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκε και η χρήση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας. Η αξιωματούχος του ΟΗΕ εξέφρασε την ανησυχία της για το γεγονός ότι οι νόμοι αυτοί χρησιμοποιούνται ως εργαλείο για τον περιορισμό της υπεράσπισης των παλαιστινιακών δικαιωμάτων. Η πρακτική αυτή, σύμφωνα με την Khan, εντείνει το κλίμα φόβου και αποτρέπει τους πολίτες από το να συμμετέχουν ενεργά στα κοινά ή να εκφράζουν την αλληλεγγύη τους σε διεθνή ζητήματα.
Η Irene Khan, η οποία διετέλεσε Γενική Γραμματέας της Amnesty International από το 2001 έως το 2009, λειτουργεί πλέον ως ανεξάρτητη εμπειρογνώμονας διορισμένη από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Ο ρόλος της περιλαμβάνει τη διερεύνηση ειδικών θεμάτων και την ενημέρωση του Συμβουλίου. Η ολοκληρωμένη έκθεση για τα ευρήματα της επίσκεψής της στη Γερμανία αναμένεται να υποβληθεί και να παρουσιαστεί επίσημα τον προσεχή Ιούνιο, δίνοντας μια πιο αναλυτική εικόνα των συμπερασμάτων της.
