Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία – Σε οριακό σημείο βρίσκεται η λειτουργία δεκάδων παιδικών σταθμών (Kitas) στη Γερμανία, καθώς ένα ισχυρό κύμα γρίπης σαρώνει τις εκπαιδευτικές δομές, προκαλώντας αλυσιδωτά προβλήματα. Η ταχεία εξάπλωση των ιώσεων, σε συνδυασμό με τη χρόνια έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, οδηγεί πολλές μονάδες σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, αφήνοντας τους γονείς εκτεθειμένους.
Οι παιδικοί σταθμοί αποτελούν παραδοσιακά εστίες ταχείας μετάδοσης αναπνευστικών λοιμώξεων, λόγω της καθημερινής στενής επαφής των παιδιών. Ωστόσο, η τρέχουσα έξαρση δεν περιορίζεται μόνο στους μικρούς μαθητές, αλλά πλήττει σοβαρά και το παιδαγωγικό προσωπικό. Οι ιώσεις μεταφέρονται συχνά από το οικογενειακό περιβάλλον εντός των δομών, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο μολύνσεων που αποδεκατίζει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό.
Η κατάσταση επιδεινώνεται δραματικά λόγω των δομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Ακόμη και σε περιόδους υγειονομικής ομαλότητας, πολλοί παιδικοί σταθμοί λειτουργούν στα όρια των δυνατοτήτων τους εξαιτίας των κενών θέσεων εργασίας. Όταν σε αυτή την ήδη βεβαρημένη εξίσωση προστίθενται οι μαζικές αναρρωτικές άδειες, η τήρηση των προγραμμάτων υπηρεσίας καθίσταται πρακτικά αδύνατη.
Μονόδρομος η «Notbetreuung» και οι συγχωνεύσεις
Στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η κατάσταση περιγράφεται ως ιδιαίτερα κρίσιμη. Πολλές δομές αναγκάζονται να ενεργοποιήσουν πρωτόκολλα έκτακτης ανάγκης (Notbetreuung), καθώς αδυνατούν να εκπληρώσουν τις νομικές προϋποθέσεις ασφαλούς επίβλεψης που ορίζει ο νόμος για την παιδική εκπαίδευση (KiBiz). Όταν ο αριθμός των παιδαγωγών πέφτει κάτω από το επιτρεπτό όριο ασφαλείας, οι διευθύνσεις των σταθμών δεν έχουν άλλη επιλογή από το να περιορίσουν τη λειτουργία τους.
Τα μέτρα που λαμβάνονται περιλαμβάνουν τη συγχώνευση τμημάτων, τη δραστική μείωση του ωραρίου λειτουργίας ή ακόμη και την προσωρινή αναστολή λειτουργίας συγκεκριμένων ομάδων. Παρά τις προσπάθειες των δήμων να καλύψουν τα κενά με λύσεις έκτακτης ανάγκης ή προσωπικό άλλων ειδικοτήτων, η ανταπόκριση του συστήματος είναι αργή.
Για τους εργαζόμενους γονείς, οι εξελίξεις αυτές μεταφράζονται σε ξαφνικά αδιέξοδα. Η ειδοποίηση για μετάβαση σε καθεστώς φύλαξης ανάγκης έρχεται συχνά την τελευταία στιγμή, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολο τον συντονισμό των επαγγελματικών υποχρεώσεων. Την ίδια ώρα, το εναπομείναν προσωπικό καλείται να διαχειριστεί αυξημένο φόρτο εργασίας, γεγονός που επιτείνει την κόπωση και αυξάνει τον κίνδυνο περαιτέρω καταρρεύσεων στο σύστημα φροντίδας.
