Βερολίνο – Αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα επιθετικό κύμα γρίπης βρίσκεται η Γερμανία, το οποίο δοκιμάζει τις αντοχές των νοσοκομείων και των ιδιωτικών ιατρείων σε ολόκληρη την επικράτεια. Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα του Ινστιτούτου Ρόμπερτ Κοχ (RKI), μόνο κατά την πρώτη εβδομάδα του έτους καταγράφηκαν περίπου πέντε εκατομμύρια νέες περιπτώσεις ασθενών με συμπτώματα λοίμωξης του αναπνευστικού, αριθμός που, αν και δεν θεωρείται πρωτοφανής, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της δυναμικής του φαινομένου.
Η ταυτότητα της νέας απειλής και η υποπαραλλαγή «Κ»
Το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τη φετινή έξαρση είναι η κυριαρχία της ομάδας ιών H3N2, η οποία ευθύνεται πλέον για περισσότερο από το 40% των καταγεγραμμένων οξειών αναπνευστικών παθήσεων. Στον δημόσιο διάλογο, το φαινόμενο έχει ήδη λάβει τον χαρακτηρισμό «υπερ-γρίπη» (Super-Grippe), καθώς φαίνεται να επιδεικνύει αυξημένη ανθεκτικότητα.
Οι εργαστηριακές αναλύσεις του RKI εντόπισαν μια νέα εκδοχή του ιού, την υποπαραλλαγή «Κ». Σύμφωνα με τα ευρήματα, σε εννέα από τα έντεκα δείγματα που εξετάστηκαν εντοπίστηκε η συγκεκριμένη μετάλλαξη, η οποία φαίνεται να διαθέτει μηχανισμούς διαφυγής από τα αντισώματα που έχει χτίσει ο πληθυσμός μέσω προηγούμενων νοσήσεων. Αυτό εξηγεί εν μέρει την ταχύτητα μετάδοσης και την ένταση των συμπτωμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, ρίγη, μυϊκούς πόνους και έντονο βήχα.
Οι πρώτες απώλειες και η πρόβλεψη για τον Φεβρουάριο
Η κατάσταση προκαλεί ανησυχία καθώς, παρόλο που η κορύφωση του κύματος αναμένεται τον Φεβρουάριο, έχουν ήδη καταγραφεί θάνατοι που συνδέονται με τη λοίμωξη. Στο κρατίδιο της Σαξονίας, οι αρχές έχουν αναφέρει συνολικά 22 θανάτους από την έναρξη της σεζόν τον Σεπτέμβριο του 2025, εκ των οποίων οι έξι σημειώθηκαν εντός του νέου έτους. Παρόμοια είναι η εικόνα και στη Θουριγγία, όπου επιβεβαιώθηκαν δύο θάνατοι. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των θυμάτων ήταν η ηλικία, καθώς όλοι ήταν άνω των 67 ετών.
Οι υγειονομικές αρχές και οι ειδικοί συστήνουν ψυχραιμία, τονίζοντας ότι για τον γενικό πληθυσμό η νόσηση, αν και ταλαιπωρεί, δεν οδηγεί απαραίτητα σε επιπλοκές. Ωστόσο, ο κίνδυνος παραμένει υψηλός για ηλικιωμένους, εγκύους, χρονίως πάσχοντες και τροφίμους οίκων ευγηρίας. Η σύσταση για εμβολιασμό παραμένει ισχυρή, καθώς, ακόμη και αν δεν αποτρέπει πλήρως τη μόλυνση από τη νέα παραλλαγή, μειώνει σημαντικά την πιθανότητα βαριάς νόσησης. Παράλληλα, υπενθυμίζεται η ανάγκη τήρησης βασικών κανόνων υγιεινής, όπως το τακτικό πλύσιμο των χεριών και η αποφυγή επαφής με το πρόσωπο.
