Γερμανία – Η αρχιτεκτονική ασφαλείας στην ευρωπαϊκή ήπειρο εισέρχεται σε μια φάση ραγδαίου και δομικού μετασχηματισμού, με τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις να βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής.
Σε μια ιστορική καμπή, η χώρα εγκαταλείπει δεκαετίες συνειδητής στρατιωτικής αυτοσυγκράτησης, η οποία είχε επιβληθεί ως αποτέλεσμα των καταστροφικών συγκρούσεων του 20ού αιώνα και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Υπό την ηγεσία του στρατηγού Κάρστεν Μπρόιερ, ο οποίος κατατάχθηκε στον στρατό της Δυτικής Γερμανίας το 1984 εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, τίθεται σε εφαρμογή ένα εξαιρετικά φιλόδοξο σχέδιο. Ο κεντρικός στόχος είναι απολύτως ξεκάθαρος: η μετατροπή του γερμανικού στρατού στην ισχυρότερη και πλέον αξιόμαχη συμβατική δύναμη της Ευρώπης, χωρίς χρονικές καθυστερήσεις.
Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται έντονα στον οικονομικό σχεδιασμό, καθώς προγραμματίζεται η δραματική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών από τα 95 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025 στα 162 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2029.
Η απόφαση αυτή, η οποία χαλαρώνει τους αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς εν μέσω ευρείας κοινωνικής αποδοχής, χαρακτηρίζεται από αναλυτές ως μια πραγματική πολιτισμική επανάσταση για ένα κράτος που παραδοσιακά απέφευγε την προβολή στρατιωτικής ισχύος.
Η αφορμή για αυτή την ιστορική στροφή υπήρξε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ένα γεγονός που λειτούργησε ως καταλύτης για τον τερματισμό της εποχής της αποστρατιωτικοποίησης, κατά την οποία οι ελλείψεις ήταν τόσο σοβαρές που σε ορισμένες περιπτώσεις η εκπαίδευση γινόταν με αυτοσχέδια μέσα.
Σήμερα, το Βερολίνο αναλαμβάνει εκ νέου κεντρικό ρόλο, εξοπλισμένο και αποφασισμένο να εγγυηθεί τη συλλογική ευρωπαϊκή άμυνα.
Η ρωσική απειλή και η επιχειρησιακή ανεξαρτησία εντός του ΝΑΤΟ
Ο στρατηγός Μπρόιερ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας την εντατική στρατολόγηση και τους ραγδαίους εξοπλιστικούς ρυθμούς της Μόσχας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, η Ρωσία ενδέχεται να έχει τη δυνατότητα να εξαπολύσει μια μεγάλης κλίμακας επίθεση σε έδαφος συμμαχικού κράτους του ΝΑΤΟ μέχρι το 2029, χαρακτηρίζοντας την τρέχουσα συγκυρία ως την πλέον επικίνδυνη και επείγουσα που έχει βιώσει.
Η απάντηση της Γερμανίας επικεντρώνεται στην απόλυτη προετοιμασία, γεγονός που αποδεικνύεται από την ιστορική ανάπτυξη δυνάμεων εκτός των συνόρων της.
Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γερμανικά στρατεύματα διατηρούν μόνιμη παρουσία στη Λιθουανία, στην πρώτη γραμμή της Ανατολικής Ευρώπης.
Επί του παρόντος, περίπου 1.200 στρατιώτες έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή, ενώ ο επιχειρησιακός σχεδιασμός προβλέπει την αύξηση της δύναμης στους 5.000 μέχρι το επόμενο έτος.
Στην περιοχή αυτή, η οποία γειτνιάζει με τη Λευκορωσία, διεξάγονται εντατικές στρατιωτικές ασκήσεις που προσομοιώνουν σενάρια ανατολικής εισβολής, καθώς η γεωγραφία της Μεγάλης Ευρωπαϊκής Πεδιάδας διατηρεί την ιστορική της βαρύτητα ως παραδοσιακός διάδρομος στρατιωτικών εκστρατειών.
Παράλληλα, η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών και οι δηλώσεις περί πιθανής μείωσης της αμερικανικής δέσμευσης στην ευρωπαϊκή ασφάλεια έχουν επιταχύνει τις εξελίξεις.
Το Βερολίνο, συνειδητοποιώντας τον κλονισμό της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας, προωθεί πλέον τη στρατηγική της επιχειρησιακής ανεξαρτησίας εντός των πλαισίων της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, επενδύοντας μαζικά σε νέες τεχνολογίες, συστήματα πληροφοριών, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πλήγματα ακριβείας.
Εκτίναξη του έμψυχου δυναμικού και ευρωπαϊκή συλλογική άμυνα
Η στρατιωτική αναβάθμιση συνοδεύεται από έναν ευρύ σχεδιασμό για την ενίσχυση του έμψυχου δυναμικού και την αναζωογόνηση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Από τους 182.000 ενεργούς στρατιώτες που διαθέτει σήμερα, η Γερμανία στοχεύει στην άμεση αύξηση του αριθμού στους 200.000, με απώτερο σκοπό να φτάσει τους 240.000 μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Ο σχεδιασμός αυτός πλαισιώνεται από τη διαρκή ενίσχυση των εφεδρικών δυνάμεων, ενώ σε θεσμικό επίπεδο δεν αποκλείεται ακόμη και το ενδεχόμενο επαναφοράς της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, εφόσον οι γεωπολιτικές συνθήκες το απαιτήσουν.
Αυτή η δυναμική επιστροφή της στρατιωτικής ισχύος γίνεται με εξαιρετικά προσεκτικά βήματα και έμφαση στη γλώσσα της συνεργασίας, διασφαλίζοντας ότι η χώρα δεν επιδιώκει την επιβολή ηγεμονίας, αλλά τη συμβολή στη συλλογική ασφάλεια.
Η προσέγγιση αυτή βρίσκει θετική ανταπόκριση από τους ευρωπαίους συμμάχους, συμπεριλαμβανομένων κρατών με βαριά ιστορική μνήμη όπως η Πολωνία, οι οποίοι δηλώνουν ρητά την προτίμησή τους σε μια ισχυρή και δραστήρια εντός συμμαχιών Γερμανία έναντι μιας παθητικής στάσης.
Καθώς η Ευρώπη αναζητά μια νέα ισορροπία στο σύστημα ασφαλείας της, απουσία ενός ξεκάθαρου αντικαταστάτη της αμερικανικής ισχύος, η ηγεσία των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων επωμίζεται ένα τεράστιο βάρος.
Ο επικεφαλής του στρατού επιβεβαιώνει τη συναίσθηση αυτής της καθημερινής ευθύνης, συνοψίζοντας τη νέα εθνική στάση: αυξημένη προετοιμασία, ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και απόλυτη συναίσθηση του ιστορικού και γεωπολιτικού χρέους στη σύγχρονη εποχή.