Γερμανία – Μια έντονη συζήτηση για την ανάγκη δομικών αλλαγών στο γερμανικό εργατικό δίκαιο έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα, με αιχμή του δόρατος την πρόταση της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) για χαλάρωση της προστασίας απόλυσης στα υψηλόβαθμα και υψηλόμισθα στελέχη. Η πρωτοβουλία αυτή δεν παρουσιάζεται ως επίθεση στα κοινωνικά κεκτημένα, αλλά ως αναγκαία μεταρρύθμιση για την επιβίωση και την ευελιξία των γερμανικών επιχειρήσεων σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών.
Ο πυρήνας του προβλήματος, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της μεταρρύθμισης, εντοπίζεται στο γεγονός ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο προστατεύει οριζόντια όλους τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως θέσης και απολαβών. Αυτή η εξίσωση δημιουργεί σοβαρές καθυστερήσεις στις διαδικασίες εταιρικού μετασχηματισμού, εγκλωβίζοντας πολύτιμα κεφάλαια σε μη παραγωγικές δαπάνες και αποτρέποντας την ταχεία προσαρμογή στις νέες συνθήκες της αγοράς.
Ο λογαριασμός των 6 δισεκατομμυρίων και η χαμένη παραγωγικότητα
Τα στοιχεία από τους ισολογισμούς των γερμανικών κολοσσών είναι αποκαλυπτικά. Μόνο κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2025, οι όμιλοι που απαρτίζουν τον δείκτη DAX δαπάνησαν περίπου έξι δισεκατομμύρια ευρώ για αναδιαρθρώσεις. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ποσού κατευθύνθηκε σε προγράμματα μείωσης προσωπικού, μοντέλα πρόωρης συνταξιοδότησης και αποζημιώσεις που σε πολλές περιπτώσεις άγγιξαν εξαψήφια νούμερα.
Οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι, από μακροοικονομική σκοπιά, πρόκειται για «νεκρό» κεφάλαιο χωρίς κανένα αναπτυξιακό αντίκρισμα. Αντί τα δισεκατομμύρια αυτά να επενδύονται σε νέα επιχειρηματικά μοντέλα και τεχνολογίες αιχμής, χρησιμοποιούνται για να κλείσουν «αθόρυβα» και χωρίς κοινωνικές αντιδράσεις παλιές δομές. Το αποτέλεσμα είναι η Γερμανία να μετατρέπεται σταδιακά σε μια «χώρα αποζημιώσεων», όπου κορυφαία στελέχη εξασφαλίζουν πακέτα αποχώρησης που φτάνουν έως και τους 52 μηνιαίους μισθούς λίγο πριν τη συνταξιοδότηση.
Το χάσμα με την Ελβετία και το παράδειγμα της αυτοκινητοβιομηχανίας
Η ακαμψία του γερμανικού συστήματος γίνεται ακόμα πιο εμφανής όταν συγκρίνεται με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Ενδεικτικό είναι ότι στην Ελβετία, χάρη στο πιο ευέλικτο πλαίσιο απολύσεων, μια εταιρική αναδιάρθρωση ολοκληρώνεται κατά μέσο όρο σε 2,5 μήνες. Στη Γερμανία, η αντίστοιχη διαδικασία απαιτεί κατά μέσο όρο 31 μήνες, χρόνος που θεωρείται απαγορευτικός στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ στην αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία βρίσκεται στη δίνη της μετάβασης από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στην ηλεκτροκίνηση και το λογισμικό. Κατασκευαστές και προμηθευτές, αντί να διοχετεύουν άμεσα πόρους στην τεχνολογία μπαταριών και την ανάπτυξη software, αναγκάζονται να χρηματοδοτούν μακρόσυρτα προγράμματα εθελουσίας εξόδου και να συντηρούν κοστοβόρες παράλληλες δομές.
Το νομικό προηγούμενο και η στάση των επενδυτών
Παρά τις ανησυχίες που εκφράζονται από νομικούς κύκλους για τη συνταγματικότητα τέτοιων παρεμβάσεων, υπάρχει ήδη δεδικασμένο. Η χαλάρωση της προστασίας απόλυσης για κορυφαία τραπεζικά στελέχη, που είχε εισαχθεί επί καγκελαρίας Όλαφ Σολτς, άντεξε σε όλους τους δικαστικούς ελέγχους. Το μέτρο αυτό δεν έπληξε την ελκυστικότητα της Γερμανίας ούτε διατάραξε την κοινωνική ειρήνη.
Αντιθέτως, το ερώτημα που θέτουν πλέον οι διεθνείς επενδυτές είναι διαφορετικό και αμείλικτο: Γιατί να τοποθετήσουν κεφάλαια σε καινοτόμα και ριψοκίνδυνα projects στη Γερμανία, όταν γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι σε περίπτωση αποτυχίας, ένα σημαντικό μέρος της επένδυσής τους θα εγκλωβιστεί σε αποζημιώσεις;
