Γερμανία – Σε μια περίοδο έντονης στασιμότητας για τη γερμανική οικονομία, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς φαίνεται να στρέφει τα πυρά του στο εξωτερικό, αποδίδοντας την έλλειψη ανάπτυξης σε διεθνείς παράγοντες.
Έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων της συντηρητικής κυβέρνησης, η υπόσχεση για επανεκκίνηση της παραγωγικής μηχανής της χώρας δεν έχει εκπληρωθεί.
Σύμφωνα με αναλύσεις του διεθνούς τύπου, η δυσαρέσκεια των πολιτών εντείνεται, οδηγώντας τον επικεφαλής της καγκελαρίας να αναζητήσει ευθύνες μακριά από τον άμεσο έλεγχό του, εστιάζοντας τη ρητορική του στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής και στην αυστηρή ρυθμιστική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανοιχτή σύγκρουση για τον πόλεμο στο Ιράν
Η κριτική του Γερμανού καγκελάριου προς την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών έλαβε διαστάσεις ανοιχτής αντιπαράθεσης τις τελευταίες ημέρες.
Κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε μαθητές στην ιδιαίτερη πατρίδα του στη δυτική Γερμανία, ο Φρίντριχ Μερτς σημείωσε ότι η Ουάσιγκτον «ταπεινώθηκε» από την Τεχεράνη, τονίζοντας την απουσία σαφούς αμερικανικής στρατηγικής για τον τερματισμό των συγκρούσεων.
Η αποχώρηση από τις ειρηνευτικές συνομιλίες, όπως υπογράμμισε, προκαλεί άμεσο πλήγμα στην οικονομική ισχύ της χώρας του μέσω της ραγδαίας αύξησης του ενεργειακού κόστους.
Αυτή η σφοδρή τοποθέτηση προκάλεσε την άμεση και οργισμένη αντίδραση του Αμερικανού προέδρου.
Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, ο ένοικος του Λευκού Οίκου κατηγόρησε τον επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης για πολιτική άγνοια, συνδέοντας άμεσα την οικονομική αδυναμία του Βερολίνου με τους χειρισμούς της σημερινής ηγεσίας του.
Η επιλογή αυτής της ρητορικής από τον καγκελάριο αξιολογείται από πολιτικούς αναλυτές ως στρατηγική κίνηση, δεδομένου ότι ο πόλεμος και οι αμερικανικές πρακτικές συγκεντρώνουν υψηλά ποσοστά αποδοκιμασίας στη γερμανική κοινή γνώμη.
Πιέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη γραφειοκρατία
Παράλληλα με την κριτική στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ηγεσία της χώρας αυξάνει την πίεση προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, υιοθετώντας τα πάγια αιτήματα του εγχώριου επιχειρηματικού κόσμου.
Σε πρόσφατη βιομηχανική έκθεση στο Αννόβερο, η γερμανική πλευρά ξεκαθάρισε την πρόθεσή της να απεγκλωβίσει την τεχνητή νοημοσύνη από το αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η κυβερνητική παράταξη πιέζει άμεσα την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για δραστική απορρύθμιση και οριζόντιες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες των κρατών-μελών.
Τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν αυτή την τάση, καθώς έρευνα του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου καταγράφει ότι τέσσερις στις πέντε επιχειρήσεις διαπιστώνουν διόγκωση της γραφειοκρατίας την τελευταία τριετία, με το 90% να αξιώνει άμεση χαλάρωση των κοινοτικών κανόνων.
Η μετατόπιση της ευθύνης στο ευρωπαϊκό επίπεδο ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια εξισορρόπησης των έντονων πιέσεων που δέχεται η παραγωγική βάση από την απώλεια της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Δημοσκοπική κατάρρευση και δημοσιονομικό κενό
Στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, τα δεδομένα είναι εξαιρετικά πιεστικά για τον συνασπισμό εξουσίας.
Ο επικεφαλής της κυβέρνησης καταγράφηκε για πρώτη φορά στην τελευταία θέση δημοφιλίας μεταξύ των 20 κορυφαίων πολιτικών προσώπων, ενώ μόλις το 15% των πολιτών εκφράζει ικανοποίηση για το κυβερνητικό έργο, με αποτέλεσμα την ανάδειξη αντισυστημικών δυνάμεων στην κορυφή των προτιμήσεων.
Την ίδια ώρα, η γερμανική οικονομία αντιμετωπίζει τη συρρίκνωση των προβλέψεων ανάπτυξης για το 2026 και το 2027.
Τα μέτρα ενίσχυσης μέσω τεράστιου δανεισμού για τις υποδομές δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, οδηγώντας το Υπουργείο Οικονομικών στον σχεδιασμό βαθιών περικοπών.
Ο προϋπολογισμός του 2027 καλείται να καλύψει ένα δημοσιονομικό κενό της τάξης των 34 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η ανάγκη για διαρθρωτικές αλλαγές στο ασφαλιστικό, το φορολογικό και το σύστημα υγείας προκαλεί ισχυρούς τριγμούς εντός του κυβερνητικού συνασπισμού.
Όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε η ηγεσία της Ομοσπονδίας Γερμανικών Βιομηχανιών, η χώρα έχει απωλέσει την ανταγωνιστικότητά της ως επενδυτικός προορισμός, ξεκαθαρίζοντας ότι οι γεωπολιτικές κρίσεις απλώς επιταχύνουν ένα δομικό πρόβλημα, η πραγματική αιτία του οποίου εντοπίζεται αποκλειστικά στο εσωτερικό της χώρας.