Ντίσελντορφ – Σε οριακό σημείο λειτουργίας βρίσκεται το δικαστικό σύστημα της Γερμανίας, με τις συνέπειες να αγγίζουν πλέον τον πυρήνα της δημόσιας ασφάλειας. Η δραματική αύξηση του όγκου των ποινικών υποθέσεων, σε συνδυασμό με την αδυναμία των δικαστηρίων να ανταποκριθούν στα χρονικά περιθώρια που ορίζει ο νόμος, οδήγησε σε ένα πρωτοφανές φαινόμενο: την αποφυλάκιση δεκάδων κατηγορουμένων για βαρύτατα εγκλήματα, όχι επειδή κρίθηκαν αθώοι, αλλά επειδή η πολιτεία άργησε να τους δικάσει.
Ελευθερία λόγω καθυστερήσεων
Η κατάσταση περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα από τον Sven Rebehn, διευθυντή του Γερμανικού Συνδέσμου Δικαστών (Richterbund), ο οποίος μιλώντας στην εφημερίδα «Rheinische Post» αποκάλυψε το μέγεθος του προβλήματος. Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, οι δικαστικές αρχές αναγκάστηκαν να αφήσουν ελεύθερους 50 υπόδικους, οι οποίοι θεωρούνται ύποπτοι για σοβαρά εγκλήματα. Η αιτία εντοπίζεται αποκλειστικά στην υπέρβαση των χρονικών ορίων της προσωρινής κράτησης, καθώς οι δίκες τους δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσουν ή να ολοκληρωθούν εγκαίρως.
Ο Sven Rebehn διευκρίνισε τη σοβαρότητα της κατάστασης, επισημαίνοντας ότι οι υποθέσεις αυτές δεν αφορούν ελαφρά πλημμελήματα. «Στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται κατά κανόνα για κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα ανθρωποκτονίες, βιασμούς ή βαριές σωματικές βλάβες», τόνισε χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι άτομα που βαρύνονται με τέτοιες κατηγορίες κυκλοφορούν ελεύθερα λόγω διαδικαστικών καθυστερήσεων δημιουργεί εύλογη ανησυχία για την αποτελεσματικότητα του σωφρονιστικού και δικαστικού μηχανισμού.
Στοιχεία σοκ: Έσπασε το φράγμα του ενός εκατομμυρίου
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στην εκρηκτική αύξηση των δικογραφιών που κατακλύζουν τις εισαγγελικές αρχές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο επικεφαλής των δικαστών, το 2025 αποτέλεσε την τρίτη συνεχόμενη χρονιά κατά την οποία οι νέες ποινικές διαδικασίες άγγιξαν τα 5,5 εκατομμύρια. Ο όγκος αυτός είναι πρακτικά μη διαχειρίσιμος με τις υπάρχουσες υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό.
Για πρώτη φορά στα χρονικά, ο αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων στο τέλος του 2025 ξεπέρασε το ψυχολογικό και ουσιαστικό όριο του ενός εκατομμυρίου. Η σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν αναδεικνύει την ταχύτητα της επιδείνωσης: στα τέλη του 2020, οι ανοιχτές υποθέσεις ήταν περίπου 700.000. Μέσα σε μία πενταετία, δηλαδή, καταγράφηκε αύξηση της τάξης του 50%, φέρνοντας το σύστημα στα όριά του και δημιουργώντας μια τεράστια «στοίβα» φακέλων που λιμνάζουν στα δικαστικά γραφεία.
Ασφυξία και στα Διοικητικά Δικαστήρια λόγω ασύλου
Το πρόβλημα της υπερφόρτωσης δεν περιορίζεται μόνο στα ποινικά δικαστήρια. Τεράστια πίεση δέχονται και τα διοικητικά δικαστήρια, τα οποία καλούνται να διαχειριστούν ένα νέο κύμα προσφυγών που σχετίζονται με το μεταναστευτικό. Η αιτία, κατά τον Sven Rebehn, είναι η αλλαγή στον ρυθμό λειτουργίας της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Προσφύγων (BAMF).
Η υπηρεσία επεξεργάζεται πλέον τις αιτήσεις ασύλου με πολύ ταχύτερους ρυθμούς, ενώ παράλληλα αυξάνεται το ποσοστό των απορριπτικών αποφάσεων. Αυτό οδηγεί τους αιτούντες άσυλο να προσφεύγουν μαζικά στη δικαιοσύνη για να ανατρέψουν τις αποφάσεις της διοίκησης. Τα στατιστικά είναι αποκαλυπτικά: μέσα σε τρία χρόνια, οι εισερχόμενες υποθέσεις για ζητήματα ασύλου έχουν υπερδιπλασιαστεί. Ενώ το 2022 οι προσφυγές ανέρχονταν σε περίπου 62.000, το περασμένο έτος ο αριθμός αυτός εκτοξεύτηκε σε περισσότερες από 140.000, μπλοκάροντας τη λειτουργία και αυτού του κλάδου της δικαιοσύνης.