Γερμανία – Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο παρέμβασης στην αγορά ενέργειας προωθεί η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς, επιχειρώντας να αναχαιτίσει τις ραγδαίες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων.
Η γεωπολιτική κρίση και η σύγκρουση με το Ιράν έχουν εκτοξεύσει το κόστος στα πρατήρια πάνω από τα 2,30 ευρώ ανά λίτρο, δημιουργώντας έντονες κοινωνικές πιέσεις.
Το νέο κυβερνητικό πακέτο, το οποίο έχει λάβει την έγκριση του υπουργικού συμβουλίου, αναμένεται να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή τον προσεχή Απρίλιο, με στόχο την προστασία των καταναλωτών και την εξασφάλιση της απαραίτητης δημοσιονομικής σταθερότητας.
Το αυστριακό μοντέλο στις αντλίες και τα διοικητικά πρόστιμα
Κεντρικός πυλώνας της νέας στρατηγικής αποτελεί η άμεση εφαρμογή του λεγόμενου «αυστριακού μοντέλου» στον τρόπο τιμολόγησης.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, τα πρατήρια υγρών καυσίμων θα έχουν πλέον το δικαίωμα να προχωρούν σε αύξηση της τιμής της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης αποκλειστικά μία φορά την ημέρα, και συγκεκριμένα ακριβώς στις 12:00 το μεσημέρι.
Αντίθετα, οι μειώσεις των τιμών θα παραμείνουν απολύτως ελεύθερες καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου.
Η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση αποσκοπεί στον τερματισμό της πρακτικής που ήθελε τις τιμές να αλλάζουν περισσότερες από είκοσι φορές την ημέρα, προκαλώντας σύγχυση στους οδηγούς. Παράλληλα, το γερμανικό κράτος προχωρά σε δραστική αυστηροποίηση του αντιμονοπωλιακού πλαισίου.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Καρτέλ αποκτά ενισχυμένες αρμοδιότητες, επιβάλλοντας την αντιστροφή του βάρους της απόδειξης.
Στο εξής, οι πετρελαϊκές εταιρείες θα πρέπει να τεκμηριώνουν οι ίδιες ότι οι αυξήσεις συνδέονται άμεσα με το λειτουργικό τους κόστος.
Σε περίπτωση αδικαιολόγητων ανατιμήσεων, οι προβλεπόμενες κυρώσεις περιλαμβάνουν πρόστιμα που αγγίζουν τα 100.000 ευρώ.
Συμπληρωματικά, σε άμεση συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, δρομολογείται η απελευθέρωση μέρους των εθνικών στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου για να ενισχυθεί η προσφορά στην αγορά και να αποτραπούν φαινόμενα τεχνητής έλλειψης.
Οι διαπραγματεύσεις για φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδόματα
Εκτός από τα αυστηρά διοικητικά μέτρα, στο επίκεντρο των κυβερνητικών διαβουλεύσεων βρίσκονται και οι άμεσες οικονομικές ελαφρύνσεις, αν και ορισμένες τελικές αποφάσεις δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί.
Ένα από τα βασικά ζητήματα που εξετάζονται αφορά τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, με πολλούς βουλευτές να διεκδικούν μια οριζόντια έκπτωση της τάξης των 20 έως 30 λεπτών ανά λίτρο.
Ωστόσο, το υπουργείο Οικονομικών, υπό την Κατερίνα Ράιχε, εκφράζει ισχυρές επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου μέτρου.
Ο φόβος που διατυπώνεται από οικονομικούς κύκλους είναι ότι η φορολογική μείωση ενδέχεται να απορροφηθεί από τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών, όπως παρατηρήθηκε εν μέρει το 2022, χωρίς να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στον τελικό καταναλωτή.
Την ίδια ώρα, εξετάζεται η αναπροσαρμογή του φορολογικού επιδόματος μετακίνησης για τους εργαζόμενους.
Το σχέδιο προβλέπει την αύξηση του ποσού από τα 0,38 ευρώ στα 0,45 ευρώ ανά χιλιόμετρο, αρχής γενομένης από το εικοστό πρώτο χιλιόμετρο της διαδρομής.
Το συγκεκριμένο επίδομα αντιμετωπίζεται ως ένα απαραίτητο δομικό αντίβαρο κυρίως για τους κατοίκους των αγροτικών περιοχών και της επαρχίας, οι οποίοι εξαρτώνται απόλυτα από το ιδιωτικό τους όχημα λόγω της περιορισμένης πρόσβασης στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Τέλος, στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας, η γερμανική κυβέρνηση εξετάζει σοβαρά την επαναφορά των κρατικών επιδοτήσεων για την αγορά ηλεκτρικών οχημάτων, ως ένα επιπλέον μέσο σταδιακής απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.