Βερολίνο – Τη σαφή του αντίθεση στη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2036 επί γερμανικού εδάφους εξέφρασε ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος Frank-Walter Steinmeier, αναδεικνύοντας τις βαθιές ιστορικές προεκτάσεις ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Η προοπτική να φιλοξενήσει η Γερμανία το κορυφαίο αθλητικό γεγονός ακριβώς εκατό χρόνια μετά τους Αγώνες που διοργάνωσε το ναζιστικό καθεστώς, χαρακτηρίζεται από τον ίδιο ως εξαιρετικά προβληματική.
Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου πολλαπλά αστικά κέντρα και περιφέρειες της χώρας εξετάζουν ενεργά το ενδεχόμενο κατάθεσης επίσημης υποψηφιότητας, προκαλώντας έναν ευρύτερο θεσμικό και κοινωνικό διάλογο.
Το ιστορικό βάρος της διοργάνωσης του 1936 παραμένει ανεξίτηλο, καθώς το τότε ναζιστικό κόμμα χρησιμοποίησε τους Αγώνες ως παγκόσμια πλατφόρμα προβολής της αντισημιτικής, ρατσιστικής και εθνικιστικής του ιδεολογίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αποτέλεσαν τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες που μεταδόθηκαν τηλεοπτικά, γεγονός που ενίσχυσε καθοριστικά την προπαγανδιστική τους εμβέλεια.
Στο πλαίσιο αυτό, η κινηματογραφίστρια Leni Riefenstahl είχε αναλάβει κατόπιν παραγγελίας την παραγωγή του έργου Olympia, το οποίο λειτούργησε ως βασικό όχημα της ναζιστικής προπαγάνδας.
Παράλληλα, οι πολιτικές διακρίσεων επεκτάθηκαν και σε διπλωματικό επίπεδο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον αποκλεισμό της Λιθουανίας από τους Αγώνες.
Η συγκεκριμένη απαγόρευση επιβλήθηκε ως αντίποινα για τις δικαστικές διώξεις που είχε ασκήσει το λιθουανικό κράτος στις αρχές της δεκαετίας του 1930 εναντίον στελεχών των Ναζί, και συγκεκριμένα των Theodor von Sass και Ernst Neumann.
Ο χάρτης των διεκδικήσεων και η στάση των τοπικών κοινωνιών
Παρά τις ιστορικές επιφυλάξεις που διατυπώνονται σε ανώτατο πολιτειακό επίπεδο, το ενδιαφέρον για την ανάληψη της διοργάνωσης παραμένει ισχυρό σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης.
Το Βερολίνο, το Αμβούργο, το Μόναχο, καθώς και η ευρύτερη περιοχή του Ρήνου-Ρουρ έχουν ήδη εκφράσει την πρόθεσή τους να διεκδικήσουν τη φιλοξενία των Ολυμπιακών Αγώνων, είτε για το 2036, είτε εναλλακτικά για το 2040 ή το 2044.
Η διαδικασία λήψης αποφάσεων προχωρά με διαφορετικούς ρυθμούς σε κάθε περιοχή, ενώ η άμεση συμμετοχή των πολιτών κρίνεται καθοριστική για τη νομιμοποίηση του εγχειρήματος.
Στο Μόναχο, η τάση της τοπικής κοινωνίας καταγράφηκε ήδη από τον Οκτώβριο του 2025, όταν το 66 τοις εκατό των κατοίκων τάχθηκε υπέρ της υποβολής επίσημης πρότασης για μία από τις επερχόμενες διοργανώσεις.
Τα επόμενα κρίσιμα χρονικά ορόσημα μεταφέρονται πλέον στην άνοιξη του 2026. Στις 19 Απριλίου, οι πολίτες σε δεκαεπτά διαφορετικές πόλεις της περιοχής του Ρήνου-Ρουρ θα κληθούν να αποφασίσουν μέσω ψηφοφορίας εάν επιθυμούν την προώθηση μιας επίσημης υποψηφιότητας.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 31 Μαΐου, αντίστοιχη εκλογική διαδικασία θα πραγματοποιηθεί και για τους κατοίκους στο Αμβούργο.
Η οικονομική διάσταση και η πολιτική αντιπαράθεση στο Βερολίνο
Στη γερμανική πρωτεύουσα, η συζήτηση γύρω από την ολυμπιακή υποψηφιότητα έχει λάβει έντονες οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις.
Παράλληλα με την παρέμβαση του Frank-Walter Steinmeier, η Γερουσία του Βερολίνου διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι η απόσυρση από την κούρσα διεκδίκησης θα συνεπαγόταν υπερβολικό κόστος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Διοίκησης Εσωτερικών της Γερουσίας, ο σχεδιασμός για τη διεξαγωγή ενός τοπικού δημοψηφίσματος, το οποίο θα έφερε το κεντρικό σύνθημα ενάντια στους Ολυμπιακούς Αγώνες για τα έτη 2036, 2040 και 2044, υπολογίζεται ότι θα κόστιζε έως και ένα εκατομμύριο ευρώ.
Η συγκεκριμένη οικονομική εκτίμηση προκάλεσε την άμεση και έντονη αντίδραση της πρωτοβουλίας πολιτών NOlympia.
Η εκπρόσωπος της ομάδας, Gabriele Hiller, απέρριψε τους ισχυρισμούς της Γερουσίας, κάνοντας λόγο για προσπάθεια πολιτικού αποπροσανατολισμού.
Η ίδια κατηγόρησε τους τοπικούς αξιωματούχους ότι προβάλλουν έναν απλοϊκό και στοχευμένο υπολογισμό, ο οποίος αποσκοπεί αποκλειστικά στο να πείσει τους κατοίκους του Βερολίνου ότι η μη ανάληψη των Αγώνων θα αποβεί σε τελική ανάλυση πιο δαπανηρή από την ίδια τη φιλοξενία τους στην πόλη.
Η αξιολόγηση των οικονομικών επιπτώσεων της διοργάνωσης
Η ευρύτερη συζήτηση για τα οικονομικά οφέλη των Ολυμπιακών Αγώνων τίθεται διαρκώς υπό αμφισβήτηση.
Ενώ η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (IOC) προβάλλει συχνά τη διοργάνωση ως μια μοναδική ευκαιρία για την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας της εκάστοτε διοργανώτριας χώρας, τα ερευνητικά δεδομένα παρουσιάζουν μια διαφορετική πραγματικότητα.
Μια επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2016 στο Journal of Economic Perspectives ανέλυσε τα ιστορικά δεδομένα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στις περισσότερες περιπτώσεις, οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτελούν μια ζημιογόνα συνθήκη για τις πόλεις που αναλαμβάνουν τη φιλοξενία τους.
Η ίδια ακαδημαϊκή έρευνα επισημαίνει ότι η ανάληψη των Αγώνων καταλήγει να προσφέρει θετικά καθαρά οφέλη μόνο υπό πολύ συγκεκριμένες και εξαιρετικά ασυνήθιστες συνθήκες.
Βάσει αυτών των ευρημάτων, η φιλοξενία του θεσμού μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως μια ολοένα και πιο φτωχή επενδυτική απόφαση για τα κράτη που επιλέγουν να εμπλακούν.
Ο τελικός λόγος για την πορεία της γερμανικής υποψηφιότητας ανήκει πλέον στη Γερμανική Ολυμπιακή Αθλητική Συνομοσπονδία (DOSB), η οποία αναμένεται να λάβει την οριστική της απόφαση για την επιλογή της τοποθεσίας στο τέλος Σεπτεμβρίου.