Γερμανία – Σε μείζον κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα εξελίσσεται η δημιουργία οικογένειας στη χώρα, καθώς η συνεχιζόμενη ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης μετατρέπουν την απόκτηση παιδιών σε προνόμιο για λίγους.
Σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση της εταιρείας ερευνών Insa, η οποία είδε το φως της δημοσιότητας στον γερμανικό Τύπο, η πλειονότητα των πολιτών θεωρεί πλέον δυσβάσταχτη την οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η ανατροφή ενός παιδιού.
Συγκεκριμένα, το 55% των ερωτηθέντων δηλώνει ξεκάθαρα ότι η επέκταση της οικογένειας δεν είναι πια οικονομικά εφικτή, ενώ μόλις το 34% διατηρεί την άποψη ότι το κράτος προσφέρει ακόμη ένα βιώσιμο περιβάλλον για τους νέους γονείς, με το 11% να παραμένει αναποφάσιστο.
Τα στοιχεία της έρευνας αποτυπώνουν το μέγεθος της πίεσης που δέχονται τα νοικοκυριά από τις πληθωριστικές τάσεις.
Η συντριπτική πλειοψηφία όσων κρίνουν απλησίαστη τη δημιουργία οικογένειας, σε ποσοστό 81%, κατονομάζει ως βασικότερο εμπόδιο τα υπέρογκα κόστη για ενοίκια, βασικά είδη διατροφής και ενέργεια.
Παράλληλα, το 59% αναδεικνύει την υψηλή φορολογία ως σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα, ενώ το 40% εστιάζει στη δραματική μείωση του εισοδήματος που προκύπτει από τη λήψη γονικής άδειας ή τη μετατροπή της εργασίας σε μερική απασχόληση, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες φροντίδας του βρέφους.
Η κρίση στις υποδομές και το χάσμα των φύλων
Πέρα από την καθαρά οικονομική διάσταση, ο οικογενειακός προγραμματισμός προσκρούει και σε σημαντικές θεσμικές ελλείψεις, με την ανεπάρκεια των κρατικών παροχών να βρίσκεται στο επίκεντρο της κριτικής.
Το 48% των πολιτών αξιολογεί ως ανεπαρκή τη χρηματοδοτική στήριξη προς τις οικογένειες, ενώ το 58% εντοπίζει σοβαρό πρόβλημα στην εξεύρεση θέσεων σε εγκαταστάσεις παιδικής φροντίδας.
Η κατάσταση με τους παιδικούς σταθμούς (Kita) διαφέρει γεωγραφικά, καθώς στα δυτικά κρατίδια το 15% των παιδιών κάτω των τριών ετών δεν βρίσκει θέση, σε αντίθεση με τα ανατολικά κρατίδια όπου η έλλειψη αμβλύνεται σταδιακά, κυρίως λόγω της ευρύτερης πτώσης του αριθμού των γεννήσεων.
Αυτή η πολυεπίπεδη ανασφάλεια αντανακλάται άμεσα στα δημογραφικά δεδομένα, με το ποσοστό γονιμότητας να έχει κατρακυλήσει στο 1,35 παιδιά ανά γυναίκα.
Η απόφαση για τεκνοποίηση παρουσιάζει μάλιστα έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των φύλων, όπως καταδεικνύει πρόσφατη έρευνα της εταιρείας Ipsos.
Ενώ το 60% των ανδρών αντιμετωπίζει τη δημιουργία οικογένειας ως απόλυτη αναγκαιότητα, το αντίστοιχο ποσοστό στις γυναίκες περιορίζεται μόλις στο 33%, αναδεικνύοντας μια βαθιά κοινωνική μετατόπιση ως προς τις προσωπικές προτεραιότητες και τις προσδοκίες.
Οι επιπτώσεις στην υγεία των γυναικών και η αλλαγή νοοτροπίας
Η διστακτικότητα του γυναικείου πληθυσμού δεν εδράζεται μόνο σε στενά οικονομικά κριτήρια, αλλά συνδέεται άρρηκτα με τις δραστικές αλλαγές που επιφέρει η μητρότητα στην καθημερινότητα.
Σύμφωνα με αναλύσεις ειδικών, όπως της Julia Heyne και του Dr. Andreas Baum στον γερμανικό ιατρικό Τύπο, η έλευση ενός παιδιού μεταβάλλει πολύ πιο έντονα τη ζωή της μητέρας συγκριτικά με εκείνη του πατέρα.
Επίσημη έκθεση του ινστιτούτου ερευνών Barmer επιβεβαιώνει πως ο πρόσθετος φόρτος εργασίας για τη φροντίδα οδηγεί συχνά σε αυξημένα ποσοστά επαγγελματικής εξουθένωσης, κατάθλιψης και αγχωδών διαταραχών, επιβαρύνοντας επιπλέον τον οργανισμό με ημικρανίες ή μεταβολικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.
Οι σύγχρονες γενιές δείχνουν λιγότερο διατεθειμένες να προβούν στις πατροπαράδοτες θυσίες που απαιτεί η ανατροφή των παιδιών.
Η θεραπεύτρια Sally Schulze, τοποθετούμενη επί του θέματος, εξηγεί πως οι νεότερες γυναίκες αρνούνται να θέσουν σε κίνδυνο την ψυχική τους ισορροπία, τον προσωπικό τους χρόνο ή την επαγγελματική τους εξέλιξη.
Όπως επισημαίνει η ίδια, πολλά άτομα αναγνωρίζουν πλέον την ανάγκη της αυτοφροντίδας για τη διατήρηση της ευημερίας τους και διερωτώνται πώς μπορούν να αντεπεξέλθουν στις εξαντλητικές απαιτήσεις ενός βρέφους, ειδικά όταν απουσιάζει η πρακτική υποστήριξη από το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, καταλήγοντας συχνά στην απόφαση να απορρίψουν συνειδητά τον ρόλο του γονέα.