Σημαντικές ανατροπές φέρνει η νέα μεταρρύθμιση του νόμου για την ενέργεια στα κτίρια, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προχωρά σε επανασχεδιασμό της στρατηγικής της για τη θέρμανση των κατοικιών.
Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανικής Ένωσης, Jens Spahn, υπερασπίστηκε σθεναρά τις κυβερνητικές επιλογές μέσα από τηλεοπτικές του δηλώσεις, ξεκαθαρίζοντας το νέο τοπίο που διαμορφώνεται για εκατομμύρια ιδιοκτήτες ακινήτων.
Βασικός πυλώνας της νέας πολιτικής αποτελεί η πλήρης επαναφορά της ελευθερίας επιλογής όσον αφορά το είδος της εγκατάστασης θέρμανσης που θα επιλέγουν οι πολίτες για τα υφιστάμενα κτίρια.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, ο προηγούμενος υποχρεωτικός χαρακτήρας για την εγκατάσταση συγκεκριμένων τεχνολογιών εγκαταλείπεται οριστικά, δίνοντας τη θέση του σε ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο.
Αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα των αντλιών θερμότητας, ο Jens Spahn διευκρίνισε ότι το κράτος θα συνεχίσει να υποστηρίζει οικονομικά την επιλογή τους, διατηρώντας το υφιστάμενο πρόγραμμα κρατικών επιδοτήσεων τουλάχιστον μέχρι το έτος 2029.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να στρέφονται προς τις αντλίες θερμότητας λόγω των πλεονεκτημάτων τους, υπογραμμίζοντας ωστόσο τη θεμελιώδη διαφορά ότι πλέον δεν θα υφίσταται καμία απολύτως κρατική επιβολή.
Παράλληλα, απαντώντας στις ανησυχίες περί εγκατάλειψης των περιβαλλοντικών στόχων, η κυβερνητική πλευρά τονίζει ότι η προστασία του κλίματος παραμένει ενεργή προτεραιότητα, η οποία όμως πρέπει να εδράζεται στη λογική και την κοινωνική αποδοχή, προειδοποιώντας ότι η απώλεια της στήριξης των πολιτών θα οδηγούσε στην πλήρη κατάρρευση κάθε περιβαλλοντικής πολιτικής.
Η νέα στρατηγική για τα ορυκτά καύσιμα και οι τεχνικές προϋποθέσεις
Στο επίκεντρο των νομοθετικών αλλαγών βρίσκεται η κατάργηση του αυστηρού κανόνα που επέβαλλε τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό για κάθε νέο σύστημα θέρμανσης.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη ανοίγει και πάλι τον δρόμο για την απρόσκοπτη εγκατάσταση παραδοσιακών συστημάτων που λειτουργούν με πετρέλαιο ή φυσικό αέριο στις κατοικίες.
Ωστόσο, η νομοθεσία προβλέπει μια σταδιακή οικολογική μετάβαση, θέτοντας ως ορόσημο τον Ιανουάριο του 2029.
Από τη συγκεκριμένη ημερομηνία και έπειτα, τα νέα συστήματα ορυκτών καυσίμων θα υποχρεούνται να καταναλώνουν ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό καυσίμων που θεωρούνται φιλικά προς το περιβάλλον.
Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται εναλλακτικές λύσεις όπως το βιομεθάνιο ή διάφορα συνθετικά καύσιμα που παράγονται από ποικίλες πρώτες ύλες.
Προκειμένου να δοθεί ένα ισχυρό οικονομικό κίνητρο στους πολίτες για να υιοθετήσουν αυτή την αλλαγή, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι το ποσοστό αυτών των καθαρών καυσίμων θα εξαιρείται πλήρως από την επιβολή του τέλους εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο θα συνεχίσει να επιβαρύνει αποκλειστικά το ορυκτό τμήμα της κατανάλωσης.
Υπερασπιζόμενη αυτή τη λογική σε ραδιοφωνική της τοποθέτηση, η Ομοσπονδιακή Υπουργός Οικονομίας, Katherina Reiche, τόνισε ότι πρωταρχικός σκοπός του νέου νόμου είναι η ενίσχυση της ελευθερίας των πολιτών, επιτρέποντας σε ενοικιαστές και ιδιοκτήτες να συνδιαμορφώνουν τις αποφάσεις για τις κτιριακές υποδομές, χωρίς να αναιρούνται οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας για το κλίμα.
Σφοδρές αντιδράσεις από την αντιπολίτευση και προειδοποιήσεις για το κόστος
Οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες συναντούν την έντονη αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα οποία εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του νέου νόμου.
Εκ μέρους των Πρασίνων, ο αρμόδιος εκπρόσωπος για θέματα δόμησης στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, Kassem Taher Saleh, προειδοποίησε μέσω του γερμανικού τύπου ότι η απουσία της ποσόστωσης του εξήντα πέντε τοις εκατό θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε αποτυχία επίτευξης των κλιματικών στόχων της χώρας.
Ο ίδιος επεσήμανε τον κίνδυνο διαιώνισης της εξάρτησης από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων και, κατ’ επέκταση, από αυταρχικά καθεστώτα.
Σε ανάλογο ύφος, ο επικεφαλής του κόμματος, Felix Banaszak, άσκησε δριμεία κριτική στους Jens Spahn και Katherina Reiche, υποστηρίζοντας ότι οι πολιτικές τους αδιαφορούν πλήρως για τις ανάγκες των ενοικιαστών, των ιδιοκτητών, αλλά και του ανερχόμενου κλάδου της πράσινης τεχνολογίας.
Από την πλευρά του κόμματος της Αριστεράς, η συμπρόεδρος Ines Schwerdtner έκανε λόγο για μια νομοθεσία που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα των εταιρειών φυσικού αερίου, μετακυλίοντας δυσβάσταχτα κόστη στους απλούς πολίτες.
Η ίδια τόνισε ότι η προστασία του περιβάλλοντος οφείλει να είναι οικονομικά προσιτή, προτείνοντας την πλήρη κρατική κάλυψη του κόστους μετάβασης σε αντλίες θερμότητας για τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.
Κατέληξε δε με την πρόβλεψη ότι όσοι επιλέξουν σήμερα την εγκατάσταση συστημάτων φυσικού αερίου, θα βρεθούν σύντομα αντιμέτωποι με μια τεράστια οικονομική επιβάρυνση λόγω της αναμενόμενης ραγδαίας αύξησης των τιμών στην αγορά ενέργειας.
Η δικαστική εκκρεμότητα για την προηγούμενη νομοθεσία στο ανώτατο δικαστήριο
Παράλληλα με τις πολιτικές εξελίξεις γύρω από το νέο πλαίσιο, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht) καλείται να εξετάσει νομικά ζητήματα που αφορούν τον αρχικό νόμο για την ενέργεια στα κτίρια, ο οποίος είχε ψηφιστεί από τον προηγούμενο κυβερνητικό συνασπισμό.
Η δικαστική διερεύνηση δεν επικεντρώνεται στο τεχνικό ή περιβαλλοντικό περιεχόμενο του νομοθετήματος, αλλά εστιάζει αποκλειστικά στη νομιμότητα της κοινοβουλευτικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την ψήφισή του.
Η υπόθεση έφτασε στη δικαιοσύνη έπειτα από προσφυγή του βουλευτή Thomas Heilmann, ο οποίος υποστήριξε σθεναρά ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του δύο χιλιάδες είκοσι τρία καταπατήθηκαν τα δημοκρατικά δικαιώματα των μελών του κοινοβουλίου.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της προσφυγής, ο διαθέσιμος χρόνος για τη μελέτη, τη διαβούλευση και την κατάθεση προτάσεων επί του νομοσχεδίου ήταν ασφυκτικά περιορισμένος, εμποδίζοντας την ομαλή άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ανώτατο δικαστήριο είχε παρέμβει ήδη από τότε μέσω διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, αναγκάζοντας την αναβολή των τελικών ψηφοφοριών στην ολομέλεια.
Η τελική ετυμηγορία των δικαστών αναμένεται να εκδοθεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες και θεωρείται εξαιρετικά κρίσιμη.
Οι νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι η απόφαση ενδέχεται να δημιουργήσει νέα, αυστηρότερα νομικά προηγούμενα σχετικά με τους ελάχιστους χρόνους που πρέπει να διατίθενται για την επεξεργασία σοβαρών νομοσχεδίων, θωρακίζοντας περαιτέρω τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες στο μέλλον.