Βερολίνο – Αίσιο τέλος έλαβε η πολυήμερη αγωνία για την τύχη της δεκαεξάχρονης Laura Lobtef, τα ίχνη της οποίας είχαν χαθεί πριν από σαράντα εννέα ημέρες στην Ελλάδα.
Η ανήλικη εντοπίστηκε ασφαλής στη γερμανική πρωτεύουσα και πλέον βρίσκεται υπό την πλήρη προστασία και εποπτεία των αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών του γερμανικού κράτους.
Η αποκάλυψη της τοποθεσίας της θέτει σε νέα βάση τις έρευνες των διωκτικών αρχών, καθώς εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να διασχίσει τα ευρωπαϊκά σύνορα και να εγκατασταθεί σε μια ξένη χώρα χωρίς να γίνει άμεσα αντιληπτή.
Η υπόθεση πήρε απρόσμενη τροπή το απόγευμα της Πέμπτης, είκοσι έξι Φεβρουαρίου, όταν οι υπεύθυνοι μιας κρατικής δομής φιλοξενίας νέων στο Βερολίνο επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τη μητέρα της νεαρής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας μέσω των νομικών εκπροσώπων της οικογένειας, η δεκαεξάχρονη φιλοξενείται πλέον στους ειδικούς ασφαλείς χώρους της συγκεκριμένης δομής.
Το γεγονός ότι η ανήλικη βρέθηκε ζωντανή και σε καλή κατάσταση υγείας προκαλεί προφανή ανακούφιση, ωστόσο η όλη διαδικασία του εντοπισμού της καταδεικνύει ένα καλά οργανωμένο σχέδιο φυγής, το οποίο πλέον διερευνάται επισταμένως από τις αρχές.
Οι έρευνες για την ιχνηλάτηση της διαδρομής της είχαν επικεντρωθεί εξ αρχής στα ψηφιακά της αποτυπώματα, τα οποία οδήγησαν σταδιακά στη χαρτογράφηση της πορείας της προς το γερμανικό έδαφος.
Παράλληλα, κομβικό ρόλο στην ανασύνθεση του παζλ, όπως προέκυψε μέσα από ελληνικές δημοσιογραφικές έρευνες, διαδραμάτισε η μαρτυρία ενός οδηγού ταξί που τη μετέφερε στο αεροδρόμιο κατά την ημέρα της εξαφάνισής της.
Ο επαγγελματίας οδηγός είχε αναφέρει χαρακτηριστικά στις αρχές ότι άκουσε τη νεαρή να συνομιλεί στη ρωσική γλώσσα μέσω του κινητού της τηλεφώνου.
Αυτή η κρίσιμη λεπτομέρεια ενίσχυσε εξαρχής τις υποψίες για την ύπαρξη ενός οργανωμένου δικτύου υποστήριξης ή συγκεκριμένων προσώπων που ανέλαβαν την ασφαλή μετακίνηση και στέγασή της στο εξωτερικό.
Η αποκάλυψη της ταυτότητας και οι συνθήκες διαβίωσης
Η παρουσία της Laura Lobtef στη γερμανική πρωτεύουσα περιελάμβανε ένα καλά μελετημένο σχέδιο απόκρυψης των πραγματικών της στοιχείων.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής της στη χώρα, η ανήλικη δεν περιπλανιόταν στους δρόμους, αλλά διέμενε σε κανονική κατοικία, κάνοντας συστηματική χρήση ψευδών στοιχείων ταυτότητας.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες αναφέρουν ότι κυκλοφορούσε με συγκεκριμένη παρέα ατόμων, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να αποφύγει τον εντοπισμό της από τις διωκτικές αρχές που είχαν εκδώσει το σχετικό σήμα αναζήτησης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Η αντίστροφη μέτρηση για την αποκάλυψη της αλήθειας ξεκίνησε όταν η ίδια η δεκαεξάχρονη προσέγγισε τις γερμανικές κοινωνικές υπηρεσίες, εξακολουθώντας αρχικά να χρησιμοποιεί το ψεύτικο όνομά της.
Ωστόσο, μέσα από τις ενδελεχείς συζητήσεις που ακολούθησαν με τους εξειδικευμένους κοινωνικούς λειτουργούς της δομής, το πραγματικό της προφίλ ήρθε τελικά στο φως.
Η απόφασή της να ζητήσει από τους υπεύθυνους του κέντρου φιλοξενίας να έρθουν σε επαφή με τη μητέρα της αποτέλεσε το καθοριστικό βήμα για τη λήξη του διεθνούς συναγερμού.
Οι λόγοι που την ώθησαν να αποκαλύψει την πραγματική της ταυτότητα τη δεδομένη χρονική στιγμή αποτελούν πλέον αντικείμενο ψυχολογικής και κοινωνικής διερεύνησης από τους ειδικούς.
Στο μεσοδιάστημα, ο πατέρας της ανήλικης φέρεται να βρίσκεται ήδη επί γερμανικού εδάφους παρακολουθώντας στενά την εξέλιξη της υπόθεσης.
Σύμφωνα με αξιόπιστες νομικές πηγές, η παραμονή του στη χώρα διαρκεί περίπου είκοσι ημέρες, διαψεύδοντας παλαιότερα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ που τον ήθελαν να έχει επιστρέψει νωρίτερα στην Ελλάδα.
Η φυσική του παρουσία στο Βερολίνο αναμένεται να διευκολύνει τις απαιτούμενες γραφειοκρατικές και νομικές διαδικασίες που προκύπτουν.
Διαχείριση δηλώσεων και η στάση των γερμανικών αρχών
Οι επίσημες επικοινωνίες μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών ανέδειξαν την απόλυτη αυστηρότητα του γερμανικού θεσμικού πλαισίου όσον αφορά την προστασία των ανηλίκων.
Όπως μεταφέρθηκε επισήμως από τον νομικό εκπρόσωπο της οικογένειας, Telemachos Benetatos, η αρχική ενημέρωση προς τη μητέρα έγινε αποκλειστικά και μόνο από τους εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της δομής νεότητας.
Όταν η πλευρά της οικογένειας ζήτησε να υπάρξει άμεση τηλεφωνική επαφή με το παιδί, το αίτημα απορρίφθηκε προσωρινά από τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες.
Η άρνηση αυτή βασίστηκε στο υποχρεωτικό πρωτόκολλο που επιβάλλει την προηγούμενη αξιολόγηση της ψυχολογικής κατάστασης της ανήλικης από εξειδικευμένους παιδοψυχολόγους, προτού επιτραπεί οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας με το στενό συγγενικό της περιβάλλον.
Παράλληλα, μέσα από τις πρώτες επαφές της δεκαεξάχρονης με τους λειτουργούς του γερμανικού κράτους, διαφάνηκε ξεκάθαρα η απροθυμία της να επαναπατριστεί άμεσα.
Το σκεπτικό της, όπως αυτό κοινοποιήθηκε στον πατέρα της μέσω των γερμανικών αρχών, εδράζεται σε σημαντικές δυσκολίες προσαρμογής που ισχυρίζεται ότι αντιμετώπιζε στην Ελλάδα.
Οι κύριες αιτίες που προέβαλε αφορούσαν το ιδιαίτερα πιεστικό σχολικό περιβάλλον και τα ανυπέρβλητα εμπόδια στην εκμάθηση και χρήση της γλώσσας, παράγοντες που προφανώς συνέβαλαν καταλυτικά στην απόφασή της να αναζητήσει διέξοδο στο εξωτερικό.
Το επόμενο κρίσιμο διάστημα, η τύχη της έφηβης θα καθοριστεί αποκλειστικά από τις επίσημες αποφάσεις των γερμανικών κοινωνικών υπηρεσιών.
Η ολοκλήρωση των απαραίτητων κλινικών αξιολογήσεων θα αποτελέσει τον μοναδικό γνώμονα για τα επόμενα νομικά και πρακτικά βήματα, με κεντρικό κριτήριο τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Ταυτόχρονα, παραμένουν ανοιχτά και κρίσιμα τα ερωτήματα σχετικά με το ποιος παρείχε ασφαλή στέγη και οικονομική κάλυψη στην ανήλικη καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς απουσίας της, ζητήματα που θα απασχολήσουν έντονα τις διωκτικές αρχές στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης έρευνας για τη δράση τρίτων προσώπων.