Κολωνία – Σε δυσθεώρητα ύψη ανέρχεται ο οικονομικός λογαριασμός που καλείται να πληρώσει η Γερμανία για τις αλλεπάλληλες κρίσεις της τελευταίας εξαετίας, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε το Ινστιτούτο της Γερμανικής Οικονομίας (IW). Οι αναλυτές του ινστιτούτου, που εδρεύει στην Κολωνία και πρόσκειται φιλικά προς την εργοδοτική πλευρά, υπολόγισαν πως οι σωρευτικές απώλειες για την περίοδο 2020 έως 2025 αγγίζουν σχεδόν το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ, ποσό που αντικατοπτρίζει τη δραματική επιβράδυνση της οικονομικής μηχανής της χώρας.
Συγκεκριμένα, η απώλεια σε αποπληθωρισμένο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) υπολογίζεται στα 940 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό των επιπτώσεων της πανδημίας του κορονοϊού, του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και της έντονης γεωπολιτικής και εμπορικής αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Επιβάρυνση 20.000 ευρώ ανά εργαζόμενο
Η μακροοικονομική αυτή ζημιά μεταφράζεται σε άμεσο αντίκτυπο για το εργατικό δυναμικό της χώρας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του IW, η απώλεια προστιθέμενης αξίας αντιστοιχεί σε περισσότερα από 20.000 ευρώ ανά εργαζόμενο στη Γερμανία για το εξεταζόμενο διάστημα. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει το μέγεθος της συρρίκνωσης του πλούτου που θα μπορούσε να είχε παραχθεί εάν η χώρα δεν βρισκόταν στη δίνη των συνεχόμενων διεθνών αναταραχών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο έτος 2025, το οποίο χαρακτηρίστηκε από τις εμπορικές και δασμολογικές συγκρούσεις με την κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με την ανάλυση, περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής οικονομικής ζημιάς της εξαετίας καταγράφηκε μόνο κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους. Παρά τις πιέσεις, η γερμανική οικονομία κατάφερε να αποφύγει οριακά μια τρίτη συνεχόμενη χρονιά ύφεσης, καταγράφοντας ισχνή ανάπτυξη της τάξης του 0,2% σε πραγματικούς όρους, βάσει των επίσημων στοιχείων.
Ιστορικό ρεκόρ απωλειών
Η σύγκριση με προηγούμενες περιόδους οικονομικής αναταραχής αποκαλύπτει το πρωτοφανές μέγεθος της τρέχουσας συγκυρίας. Ο ερευνητής του IW, Michael Grömling, επισημαίνει ότι η τρέχουσα δεκαετία χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά ισχυρά σοκ και τεράστια βάρη προσαρμογής, τα οποία ξεπερνούν κατά πολύ τα επίπεδα επιβάρυνσης παλαιότερων κρίσεων.
Ενδεικτικά, κατά την περίοδο στασιμότητας των ετών 2001 έως 2004, οι οικονομικές απώλειες σε πραγματικές τιμές κυμάνθηκαν στα 360 δισεκατομμύρια ευρώ. Αντίστοιχα, η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008/2009 προκάλεσε απώλειες προστιθέμενης αξίας ύψους περίπου 525 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα σημερινά 940 δισεκατομμύρια ευρώ αποδεικνύουν ότι η γερμανική οικονομία δέχεται πιέσεις που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο στη σύγχρονη εποχή.
Η μεθοδολογία της «ψαλίδας»
Για τον υπολογισμό των απωλειών, οι ερευνητές του ινστιτούτου χρησιμοποίησαν ένα αντιπαραβολικό μοντέλο. Συνέκριναν την πραγματική πορεία της οικονομίας με ένα υποθετικό σενάριο, στο οποίο η Γερμανία θα συνέχιζε να αναπτύσσεται με τον μέσο ρυθμό των τελευταίων τριών δεκαετιών, χωρίς την παρεμβολή των κρίσεων. Η διαφορά μεταξύ της πραγματικής και της δυνητικής ανάπτυξης ορίζει το μέγεθος της ζημιάς.
Όπως σημειώνει η έκθεση, μετά την ανάκαμψη από το πρώτο σοκ της πανδημίας, η οικονομική δραστηριότητα στη Γερμανία παρέμεινε καθηλωμένη, αδυνατώντας επί τρία συναπτά έτη να ξεπεράσει τα επίπεδα του 2019. Αυτή η στασιμότητα, σε συνδυασμό με την υποθετική ανοδική πορεία που θα ακολουθούσε η οικονομία υπό κανονικές συνθήκες, διεύρυνε συνεχώς την «ψαλίδα», οδηγώντας σε σωρευτικές και αυξανόμενες απώλειες χρόνο με τον χρόνο.
