Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία – Το τοπίο στην αγορά των φυτικών υποκατάστατων κρέατος μεταβάλλεται ριζικά, έπειτα από τη νέα ολοκληρωμένη συμφωνία που επιτεύχθηκε σε ανώτατο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξαν σε έναν εξαιρετικά σαφή κανονισμό, ο οποίος διαχωρίζει τις επιτρεπόμενες από τις απαγορευμένες ονομασίες στα ράφια των καταστημάτων τροφίμων.
Η σημαντική αυτή εξέλιξη επηρεάζει άμεσα εκατομμύρια καταναλωτές και μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων, θέτοντας αυστηρά νομικά όρια στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να διαφημίζονται και να πωλούνται τα χορτοφαγικά και vegan προϊόντα στο εξής.
Βάσει των νέων κατευθυντήριων γραμμών, οι παραγωγοί διατηρούν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ευρείες περιγραφικές λέξεις, όπως λουκάνικο, μπιφτέκι ή σνίτσελ για προϊόντα αμιγώς φυτικής προέλευσης.
Ωστόσο, μπαίνει οριστικό τέλος στη χρήση όρων που παραπέμπουν ευθέως σε συγκεκριμένα ζώα ή ανατομικά μέρη κοπής, δημιουργώντας νέα, αυστηρότερα δεδομένα για τον κλάδο της εστίασης και των σούπερ μάρκετ.
Το νέο αυστηρό πλαίσιο για τις ετικέτες των υποκατάστατων
Οι αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών ξεκαθαρίζουν πλήρως το τοπίο γύρω από την ορολογία που προστατεύεται αποκλειστικά για τα προϊόντα πραγματικού ζωικού κρέατος.
Οι καταναλωτές δεν θα συναντήσουν ξανά στα ράφια ονομασίες όπως χορτοφαγικά παϊδάκια ή κοτόπουλο σόγιας, καθώς οι όροι αυτοί διαγράφονται οριστικά από τη λίστα των επιτρεπόμενων περιγραφών για φυτικά είδη.
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιοποίησε έναν εκτενή κατάλογο με προστατευόμενες λέξεις, οι οποίες αφορούν τόσο τα είδη των ζώων όσο και τα εξειδικευμένα κομμάτια κρέατος και οι οποίες δεν μπορούν να συνδυαστούν με χορτοφαγικά συστατικά.
Στη σχετική λίστα περιλαμβάνονται όροι όπως βοδινό, μοσχάρι, χοιρινό, πουλερικά, κοτόπουλο, γαλοπούλα, πάπια, χήνα, αρνί, πρόβατο και κατσίκι.
Επιπλέον, απαγορεύεται αυστηρά η χρήση λέξεων που περιγράφουν κοπές, όπως μπούτι, φιλέτο, ροστμπίφ, μπριζόλα, παϊδάκια, ωμοπλάτη, κότσι, φτερούγες, στήθος, συκώτι, μπέικον και ράμπστεκ, όταν αυτές συνοδεύουν χορτοφαγικά παρασκευάσματα.
Η παρούσα ευρωπαϊκή οδηγία έχει προσωρινό χαρακτήρα, καθώς θα παραμείνει σε πλήρη ισχύ μέχρι τα τέλη του 2027.
Μετά την παρέλευση αυτού του διαστήματος, αναμένεται μια ευρύτερη μεταρρύθμιση των αγροτικών κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που αναπόφευκτα θα επαναφέρει το ζήτημα των ονομασιών στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Πώς υποδέχεται η βιομηχανία τροφίμων τις ευρωπαϊκές αποφάσεις
Η βιομηχανία τροφίμων παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, καθώς οι νέοι κανόνες επηρεάζουν τη στρατηγική μάρκετινγκ μεγάλων παικτών της αγοράς.
Στην περιοχή Rheda-Wiedenbrück, ο όμιλος Tönnies, γνωστός και ως Premium Food Group, αποτελεί τη μεγαλύτερη εταιρεία επεξεργασίας κρέατος στη χώρα, ενώ ταυτόχρονα κατέχει σημαντικό μερίδιο στην αγορά των φυτικών προϊόντων μέσω της μάρκας Gutfried.
Η εταιρεία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο αγοραστικό κοινό των flexitarians, δηλαδή των καταναλωτών που μειώνουν σταδιακά την κατανάλωση κρέατος, οι οποίοι αποτελούν το κύριο target group για τις πωλήσεις των φυτικών λουκάνικων και γευμάτων.
Παρόμοια είναι η εικόνα και στην Κολωνία, όπου δραστηριοποιείται η επιχείρηση Vegane Fleischerei.
Παρά τους νέους περιορισμούς, η αγορά προσπαθεί να προσαρμοστεί ταχέως στα νέα δεδομένα. Ωστόσο, παραμένει ασαφές το νομικό καθεστώς για ορισμένες δημιουργικές ονομασίες που χρησιμοποιούν ήδη οι εταιρείες.
Προϊόντα που φέρουν τίτλους που υπονοούν την απουσία κρέατος, αλλά χρησιμοποιούν απαγορευμένες λέξεις, βρίσκονται σε μια γκρίζα ζώνη.
Το κατά πόσο θα επιτραπεί η συνέχιση της κυκλοφορίας τους με αυτές τις ετικέτες θα κριθεί αποκλειστικά από την τελική νομική διατύπωση της ευρωπαϊκής οδηγίας τους επόμενους μήνες.
Οι αντιδράσεις και οι θέσεις των εμπλεκόμενων πλευρών
Οι αλλαγές στο νομικό πλαίσιο έχουν προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις τόσο στους κόλπους των επιχειρήσεων όσο και στο καταναλωτικό κοινό.
Εκπρόσωποι της αγοράς και απλοί πολίτες εκφράζουν διαφορετικές προσεγγίσεις σχετικά με την ορθότητα της ευρωπαϊκής απόφασης, αντανακλώντας τη γενικότερη διαμάχη γύρω από την ταυτότητα των τροφίμων και τα όρια του μάρκετινγκ.
Ο εκπρόσωπος του ομίλου Tönnies, Fabian Reinkemeier, τοποθετούμενος επί του θέματος, εξέφρασε την έκπληξή του για τη διάσταση που έλαβε η δημόσια συζήτηση.
Ο ίδιος τόνισε ότι στην εγχώρια αγορά υπήρχε ανέκαθεν ξεκάθαρη σήμανση σχετικά με την προέλευση των προϊόντων, είτε αυτή ήταν ζωική είτε φυτική.
Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της συμφωνίας, σημειώνοντας ότι προσφέρει την απαραίτητη νομική σαφήνεια που αναζητούσε ο κλάδος.
Από την πλευρά της, η διευθύνουσα σύμβουλος της Vegane Fleischerei, Saskia Kiesewetter, χαρακτήρισε τη συμφωνία ενθαρρυντική, επισημαίνοντας ότι οι ονομασίες πρέπει να επικεντρώνονται στη μορφή του προϊόντος και όχι απαραίτητα στο περιεχόμενό του, υποστηρίζοντας ότι όροι όπως το λουκάνικο είναι περιγραφικοί και δεν μονοπωλούνται από την κρεατοβιομηχανία.
Σε επίπεδο καταναλωτών, παρατηρείται έντονη διχογνωμία, όπως προκύπτει από τοπικές μαρτυρίες στο Ντίσελντορφ.
Ορισμένοι πελάτες υπαίθριων καταστημάτων εστίασης τάσσονται υπέρ της αυστηροποίησης, υποστηρίζοντας ότι όροι όπως λουκάνικο ή μπιφτέκι πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για παραδοσιακά προϊόντα κρέατος, προβάλλοντας ως επιχείρημα τον σεβασμό στην εργασία και την παράδοση της κτηνοτροφίας.
Στον αντίποδα, άλλοι καταναλωτές εμφανίζονται αδιάφοροι ως προς την ονοματολογία, δίνοντας έμφαση αποκλειστικά στη σωστή και ευδιάκριτη σήμανση της συσκευασίας, θεωρώντας ότι οι ενδείξεις vegan ή φυτικό είναι απολύτως επαρκείς για την αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης.