Γερμανία – Η συζήτηση για τον χρόνο εργασίας στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία αναζωπυρώνεται, με τον Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς να θέτει ανοιχτά ζήτημα παραγωγικότητας μετά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Κίνα.
Αντί όμως το πρόβλημα να εντοπίζεται στην εργασιακή ηθική των πολιτών, τα επίσημα δεδομένα καταδεικνύουν πως το ίδιο το γερμανικό σύστημα φόρων και εισφορών λειτουργεί πρακτικά ως αντικίνητρο για την αύξηση των ωρών απασχόλησης.
Ο επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης διαπίστωσε από κοντά τη δυναμική του κινεζικού μοντέλου και την εντατική κουλτούρα εργασίας που επικρατεί στην Ασία, ειδικά στον τεχνολογικό τομέα με το γνωστό ωράριο των δώδεκα ωρών για έξι ημέρες την εβδομάδα.
Παρότι το μοντέλο των εξαντλητικών ρυθμών δεν προωθεί την κατανάλωση ή την αύξηση των γεννήσεων, η ραγδαία καινοτομία έχει καταστήσει το Πεκίνο έναν πανίσχυρο βιομηχανικό αντίπαλο.
Επιστρέφοντας στο Βερολίνο, ο Μερτς εξέφρασε την άποψη πως η διατήρηση της ευημερίας δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε πολιτικές ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής ή σε πειράματα όπως η τετραήμερη εργασία.
Σε προεκλογικές του εμφανίσεις τον περασμένο Φεβρουάριο, υπογράμμισε την ανάγκη για επιπλέον προσπάθεια, ζητώντας από τους πολίτες να εργαστούν περισσότερο. Ωστόσο, η ρητορική αυτή συχνά δημιουργεί παρερμηνείες.
Στο εσωτερικό του κόμματός του, η συζήτηση γύρω από τον περιορισμό της μερικής απασχόλησης προκάλεσε άμεσα κοινωνικές αντιδράσεις.
Κορυφαία στελέχη αναγκάστηκαν να ανασκευάσουν διατυπώσεις που έδιναν την εντύπωση πως οι πολίτες αποφεύγουν συστηματικά την εργασία.
Η αδυναμία καθαρής επικοινωνίας αυτών των ευαίσθητων θεμάτων αποτυπώθηκε εν μέρει και σε πρόσφατες περιφερειακές κάλπες, όπως η οριακή ήττα στο εύπορο κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης από τους Πράσινους, η οποία αποδόθηκε και στη δυσκολία του Καγκελαρίου να συνδεθεί αποτελεσματικά με το εκλογικό σώμα.
Το δημογραφικό αδιέξοδο και η πίεση στην παραγωγικότητα
Η Γερμανία καλείται να συνεχίσει να χρηματοδοτεί ένα εξαιρετικά ισχυρό κοινωνικό κράτος σε μια περίοδο όπου οι δείκτες παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας υπολείπονται αισθητά έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το υψηλό βιοτικό επίπεδο της χώρας χτίστηκε μέσα από δεκαετίες σταθερής βιομηχανικής ανάπτυξης, όμως τα σημερινά μακροοικονομικά δεδομένα είναι ριζικά διαφορετικά.
Η πολυπληθής γενιά των baby boomers αποχωρεί σταδιακά από την ενεργό αγορά εργασίας οδεύοντας προς τη συνταξιοδότηση, ενώ ταυτόχρονα τα ποσοστά των γεννήσεων καταγράφουν συνεχή πτώση.
Το τεράστιο κενό που δημιουργείται στο διαθέσιμο εργατικό δυναμικό θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να καλυφθεί αποκλειστικά μέσω των μεταναστευτικών ροών, ειδικά σε ένα πολωμένο πολιτικό σκηνικό όπου το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία συγκεντρώνει την υποστήριξη περίπου του ενός τετάρτου του εκλογικού σώματος.
Αντί να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην έλευση της τεχνητής νοημοσύνης για την επίλυση του γρίφου της παραγωγικότητας, τα στελέχη της κεντροδεξιάς αναδεικνύουν τη μείωση των συνολικών ωρών εργασίας ως τον πλέον κρίσιμο παράγοντα της σημερινής οικονομικής στασιμότητας.
Αυτή η εικόνα, ωστόσο, δεν προκύπτει από κάποια εγγενή απροθυμία του πληθυσμού. Η χαμηλή θέση της χώρας στις διεθνείς κατατάξεις ετήσιων ωρών εργασίας συνδέεται άμεσα με μια σημαντική κοινωνική κατάκτηση: την επιτυχημένη ενσωμάτωση εκατομμυρίων γυναικών στην αγορά εργασίας.
Ένα μεγάλο ποσοστό επιλέγει αναγκαστικά τη μερική απασχόληση προκειμένου να καλύψει τα κενά στις υποδομές φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων, αλλά και λόγω των σχετικά σύντομων σχολικών ωραρίων που καθιστούν την πλήρη απασχόληση και για τους δύο γονείς πρακτικά ανέφικτη.
Πώς η φορολογία αποθαρρύνει την πλήρη απασχόληση
Ο βασικός ανασταλτικός παράγοντας για την ενίσχυση του χρόνου απασχόλησης κρύβεται βαθιά στη δομή των κρατήσεων και της μισθωτής εργασίας.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του ΟΟΣΑ, ένας άγαμος εργαζόμενος στη χώρα που λαμβάνει τον μέσο μισθό αντιμετωπίζει έναν εξοντωτικό πραγματικό φορολογικό συντελεστή της τάξης του 37%, εφόσον συνυπολογιστούν οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές.
Το ποσοστό αυτό κατατάσσει τη γερμανική αγορά στην τρίτη υψηλότερη θέση διεθνώς ανάμεσα στις πλούσιες χώρες, κινούμενο πολύ πάνω από τον γενικό μέσο όρο του οργανισμού που κυμαίνεται στο 25%.
Αντιθέτως, η νομοθεσία παρέχει ισχυρά φορολογικά κίνητρα για έγγαμα ζευγάρια με δύο παιδιά και μόνο έναν εργαζόμενο, ρίχνοντας τη συνολική επιβάρυνση στο 19,8% μέσω των οικογενειακών επιδομάτων.
Αυτή η τεράστια απόκλιση καθιστά μαθηματικά ασύμφορη την απόφαση για αύξηση των ωρών εργασίας για τον σύζυγο που φέρνει το χαμηλότερο εισόδημα στο νοικοκυριό.
Ακόμα και η ίδια η κυβέρνηση, μέσα από την ετήσια οικονομική της έκθεση, παραδέχεται ανοιχτά πως το συνολικό βάρος φόρων και εισφορών για εργοδότες και εργαζομένους χαρακτηρίζεται υπερβολικά υψηλό.
Αυτό το γεγονός πλήττει καίρια την ελκυστικότητα της χώρας στην παγκόσμια μάχη για την προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού από το εξωτερικό.
Τα δεδομένα από έρευνες εγνωσμένου κύρους επιβεβαιώνουν πάντως πως η πρόθεση για σκληρότερη δουλειά υπάρχει στην κοινωνία.
Σχετική μελέτη του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου κατέδειξε ότι περισσότερα από τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων θα εξέταζαν σοβαρά το ενδεχόμενο να δουλέψουν περισσότερες ώρες.
Μάλιστα, ένα συντριπτικό 72% ξεκαθάρισε ότι θα προχωρούσε άμεσα σε αυτή την κίνηση, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι θα υπήρχε ουσιαστική και άμεση μείωση στους φόρους και τις ασφαλιστικές κρατήσεις.
Ο κίνδυνος για το κοινωνικό κράτος και οι επόμενες κινήσεις
Στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού στο Βερολίνο καταγράφεται πλέον ταύτιση απόψεων σχετικά με την επείγουσα ανάγκη μεταρρύθμισης της φορολογίας εισοδήματος, με πρωταρχικό στόχο την ανακούφιση των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων που βλέπουν τον μισθό τους να εξανεμίζεται.
Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης βρίσκεται υπό τεράστια διαρθρωτική πίεση. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις των ειδικών, αν δεν υπάρξει συγκράτηση των κρατικών δαπανών, το κόστος κοινωνικής ασφάλισης ενδέχεται να απορροφά το 50% του ακαθάριστου εισοδήματος μέχρι το έτος 2035, σημειώνοντας δραματική αύξηση από το σημερινό 43%.
Η δυσμενής αυτή εξέλιξη απειλεί ευθέως την παραγωγική βάση και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, οι οποίες επωμίζονται περίπου το ήμισυ των εν λόγω ασφαλιστικών εισφορών.
Οι πιο τολμηρές προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι, όπως η οριστική κατάργηση των ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων για τα ζευγάρια με έναν αποκλειστικά εργαζόμενο ή η βαθιά αναδιάρθρωση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, παραμένουν πολιτικά «τοξικές» και αμφιλεγόμενες.
Ο Καγκελάριος Μερτς επιλέγει μέχρι στιγμής να ισορροπήσει σε τεντωμένο σχοινί, αναθέτοντας σε πολυμελείς επιτροπές ειδικών τη διαμόρφωση συγκεκριμένων προτάσεων και αποφεύγοντας προς το παρόν τις ριζικές παρεμβάσεις.
Λύσεις όπως η απευθείας σύνδεση των ορίων συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής αποφεύγονται επιμελώς.
Η απουσία μιας ευρύτερης πολιτικής συναίνεσης για δομικές αλλαγές αποδεικνύει πως όσο η οικονομική αφαίμαξη της εργασίας παραμένει δυσανάλογα υψηλή, οι πολιτικές εκκλήσεις για περισσότερες ώρες στο γραφείο ή το εργοστάσιο δεν πρόκειται να βρουν ανταπόκριση.
Αν το σύστημα δεν αλλάξει, το ερώτημα των πολιτών για το ποιο είναι τελικά το πραγματικό οικονομικό όφελος της υπερεργασίας, θα παραμένει απολύτως δικαιολογημένο και αναπάντητο.