Η Γερμανία εισέρχεται σε μια περίοδο έντονων πολιτικών ζυμώσεων γύρω από τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος για τα παντρεμένα ζευγάρια, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στις πρόσφατες εξελίξεις στην Ελβετία. Η δημόσια συζήτηση για την πιθανή κατάργηση του παραδοσιακού μοντέλου της κοινής φορολόγησης των συζύγων έχει αναζωπυρωθεί στους κόλπους του κυβερνητικού συνασπισμού, έπειτα από την ιστορική απόφαση των Ελβετών ψηφοφόρων.
Στις αρχές Μαρτίου, και πιο συγκεκριμένα ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, οι πολίτες της γειτονικής χώρας ενέκριναν μέσω επίσημου δημοψηφίσματος τη μετάβαση στην ατομική φορολόγηση των εγγάμων. Το προηγούμενο ελβετικό σύστημα προέβλεπε το άθροισμα των εισοδημάτων των δύο συζύγων, γεγονός που συχνά εκτόξευε τη φορολογική κλίμακα, δημιουργώντας ένα φαινόμενο που χαρακτηριζόταν ως φορολογική ποινή για όσους επέλεγαν να παντρευτούν.
Η αλλαγή αυτή, η οποία υποστηρίχθηκε θερμά τα τελευταία επτά χρόνια από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, αναμένεται να μειώσει τα φορολογικά βάρη για περίπου το ήμισυ του πληθυσμού. Ενδέχεται να ευνοήσει κυρίως τα νοικοκυριά με δύο ισοδύναμα εισοδήματα, ενώ αντίθετα τα ζευγάρια όπου εργάζεται αποκλειστικά ο ένας εκ των δύο αναμένεται να αντιμετωπίσουν αυξημένη φορολογική επιβάρυνση. Η συγκεκριμένη απόφαση στην Ελβετία δεν ελήφθη εν κενώ, αλλά βασίστηκε σε εκτενείς μελέτες που κατέδειξαν ότι το παλαιό μοντέλο λειτουργούσε αποτρεπτικά για την ανάληψη επιπλέον εργασίας, περιορίζοντας την ατομική ευθύνη και την οικονομική ανεξαρτησία, ιδίως των γυναικών.
Οι διαφορές των δύο συστημάτων και οι προτεινόμενες αλλαγές
Στη Γερμανία, η πολιτική ηγεσία παρακολουθεί στενά το ελβετικό εγχείρημα, καθώς κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης, όπως ο αντικαγκελάριος, προτείνουν πλέον ανοιχτά την κατάργηση του ισχύοντος συστήματος διαχωρισμού για τους μελλοντικούς γάμους. Η πρόταση αυτή έχει ήδη προκαλέσει τις πρώτες τριβές, με τον επικεφαλής της Καγκελαρίας να διατυπώνει ισχυρές επιφυλάξεις, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές προσεγγίσεις εντός του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού. Το γερμανικό σύστημα διαφέρει δομικά από το ελβετικό, καθώς τα εισοδήματα των συζύγων αθροίζονται μέσω κοινής δήλωσης και στη συνέχεια φορολογούνται σαν να είχε κερδίσει ο καθένας το ακριβές μισό του συνολικού ποσού.
Αυτή η μέθοδος προσφέρει ένα εξαιρετικά σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα όταν υπάρχει μεγάλη απόκλιση στις αποδοχές των δύο συντρόφων, κατάσταση που συνήθως ευνοεί τον άνδρα με τον υψηλότερο μισθό. Σύμφωνα με τους αυστηρούς επικριτές του μοντέλου, η προσέγγιση αυτή λειτουργεί ως ισχυρό αντικίνητρο, εγκλωβίζοντας ουσιαστικά μεγάλο αριθμό γυναικών σε θέσεις μερικής απασχόλησης. Η μακροχρόνια παραμονή σε αυτό το εργασιακό καθεστώς οδηγεί αναπόφευκτα σε έντονη οικονομική εξάρτηση και, τελικά, στον υπολογισμό αισθητά χαμηλότερων συντάξεων κατά τη λήξη του εργασιακού βίου. Η πρόκληση για την κυβέρνηση είναι να βρει τη χρυσή τομή που θα ενθαρρύνει την αγορά εργασίας, χωρίς να προκαλέσει απότομους οικονομικούς κλυδωνισμούς στις οικογένειες.
Ο ρόλος των υποδομών και το διαχρονικό πρότυπο της Σουηδίας
Η κεντρική επιδίωξη των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων επικεντρώνεται στον απεγκλωβισμό του γυναικείου πληθυσμού από την παγίδα της υποαπασχόλησης. Ωστόσο, αναγνωρισμένοι ακαδημαϊκοί στον τομέα της οικονομίας της αγοράς εργασίας εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες για το αν η φορολογική αλλαγή από μόνη της μπορεί να επιφέρει δραστική αύξηση της απασχόλησης. Στην περίπτωση της Ελβετίας, το απαγορευτικό κόστος της παιδικής μέριμνας αποτελεί τροχοπέδη, καθώς οι οικογένειες με έναν υψηλόμισθο γονέα καλούνται συχνά να πληρώσουν από εκατόν είκοσι έως εκατόν πενήντα φράγκα ημερησίως για φύλαξη. Για την επίτευξη ουσιαστικών αποτελεσμάτων, απαιτείται μια ευρύτερη κοινωνική αναπροσαρμογή.
Το παράδειγμα της Σουηδίας αναφέρεται συνεχώς ως ο απόλυτος οδηγός, καθώς η σκανδιναβική χώρα εισήγαγε την ατομική φορολόγηση με μεγάλη επιτυχία ήδη από το 1971. Η κίνηση αυτή πλαισιώθηκε στρατηγικά από την ανάπτυξη ενός αξιόπιστου δικτύου παιδικής φροντίδας και την πλήρη προσαρμογή της κοινωνίας στο μοντέλο των δύο εργαζομένων. Σήμερα, τα δεδομένα δείχνουν ότι το ογδόντα τοις εκατό των εργαζόμενων γυναικών και το ενενήντα τοις εκατό των ανδρών στη Σουηδία εργάζονται με πλήρες ωράριο, υποστηριζόμενοι από ποιοτικούς σταθμούς, ολοήμερα σχολεία και μια αυστηρή εταιρική κουλτούρα που δεν επιτρέπει επαγγελματικές συναντήσεις μετά τις τέσσερις το απόγευμα, προστατεύοντας τον οικογενειακό χρόνο.
Τα ανησυχητικά στατιστικά της εργασίας και η δημογραφική πρόκληση
Τα επίσημα στατιστικά αποτυπώνουν με σκληρό τρόπο την υφιστάμενη ανισορροπία. Στην Ελβετία, οι γυναίκες επιλέγουν τη μερική απασχόληση σχεδόν τρεις φορές συχνότερα από τους άνδρες, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό των μητέρων δεν εργάζεται με πλήρες ωράριο, σε αντίθεση με ένα πολύ μικρό ποσοστό των πατέρων στην ίδια κατάσταση. Αντίστοιχη είναι η εικόνα στη Γερμανία, όπου οικονομικές έρευνες αποκαλύπτουν ότι μεγάλο τμήμα των παντρεμένων γυναικών παραμένει σε θέσεις μειωμένου ωραρίου. Ειδικότερα, οι μισές εργαζόμενες ηλικίας από σαράντα πέντε έως εξήντα έξι ετών δηλώνουν πως η επέκταση του ωραρίου τους δεν αποφέρει ουσιαστικό οικονομικό κέρδος υπό το τρέχον σύστημα.
Μια στοχευμένη μεταρρύθμιση εκτιμάται ότι θα μπορούσε να προσθέσει εκατόν εβδομήντα πέντε χιλιάδες νέες θέσεις πλήρους απασχόλησης αποκλειστικά σε αυτήν την ηλικιακή κατηγορία. Παράλληλα, οι πιθανές αλλαγές από τον κυβερνητικό συνασπισμό ενδέχεται να έχουν αναπάντεχα θετικές δημογραφικές επιπτώσεις. Ειδικές αναλύσεις προβλέπουν ότι τα ποσοστά γεννήσεων θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά σχεδόν έξι τοις εκατό, εάν τα φορολογικά οφέλη αποσυνδέονταν από τον γάμο και κατευθύνονταν στη στήριξη των παιδιών. Για να ευδοκιμήσει ένα τέτοιο σχέδιο, κρίνεται απολύτως απαραίτητη η παράλληλη αύξηση των επιδομάτων και η δραστική μείωση του κόστους των βρεφονηπιακών σταθμών, ζητήματα που θέτουν σημαντικά εμπόδια στους εμπνευστές της μεταρρύθμισης.