Έντονες πολιτικές αναταράξεις προκαλεί η αποκάλυψη μιας σειράς παρασκηνιακών διαδικτυακών επαφών μεταξύ μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τη Γερμανία και εκπροσώπων της ρωσικής Κρατικής Δούμας.
Το ζήτημα ήρθε στο φως της δημοσιότητας μέσα από την πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X, όπου ένας λογαριασμός με φιλο-ουκρανικό προσανατολισμό δημοσίευσε οπτικό υλικό από μια ψηφιακή τηλεδιάσκεψη μέσω της εφαρμογής Zoom.
Η συγκεκριμένη διαρροή εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη στάση συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων απέναντι στη Μόσχα, σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρωσίας βρίσκονται στο χαμηλότερο ιστορικό τους επίπεδο λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στη συμμετοχή δύο προβεβλημένων πολιτικών στελεχών που προέρχονται από το ομόσπονδο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας.
Οι συγκεκριμένοι ευρωβουλευτές, οι οποίοι ανήκουν στις πολιτικές παρατάξεις BSW και AfD, φέρονται να συμμετείχαν σε απευθείας συνομιλίες με Ρώσους αξιωματούχους, αγνοώντας την επίσημη γραμμή απομόνωσης που ακολουθεί η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η αποκλειστική εκπροσώπηση της γερμανικής πλευράς από τα δύο αυτά κόμματα, χωρίς την παρουσία άλλων πολιτικών δυνάμεων της χώρας, αναδεικνύει μια σαφή διαφοροποίηση στον τρόπο προσέγγισης της γεωπολιτικής κρίσης.
Η δημοσιοποίηση του γεγονότος έχει πυροδοτήσει έντονες συζητήσεις τόσο στο εσωτερικό των κομμάτων τους όσο και στο ευρύτερο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας, καθώς εξετάζονται προσεκτικά οι μακροπρόθεσμες προεκτάσεις αυτού του άτυπου διπλωματικού διαύλου.
Το πολιτικό υπόβαθρο των Γερμανών συμμετεχόντων και η πορεία τους
Κεντρικό πρόσωπο της διαδικτυακής συνάντησης αποτελεί ο Thomas Geisel, ένας πολιτικός με μακρά διαδρομή στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Ο ίδιος διετέλεσε δήμαρχος της πόλης του Ντίσελντορφ από το 2014 έως το 2020, εκπροσωπώντας το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD).
Ωστόσο, μετά την εκλογική του ήττα, παρατηρήθηκε μια σταδιακή αποξένωση από την κομματική του βάση. Η ρήξη αυτή κορυφώθηκε μετά την έναρξη των εχθροπραξιών στην Ουκρανία, οπότε και ο πρώην δήμαρχος άρχισε να εκφράζει δημόσια θέσεις που απέκλιναν σημαντικά από την επίσημη γραμμή των Σοσιαλδημοκρατών.
Η υποστήριξή του σε μια άμεση λήξη του πολέμου, η οποία θα βασιζόταν σε ρωσικούς όρους, τον κατέστησε ξένο σώμα στο εσωτερικό της παράταξης.
Η οριστική διακοπή των δεσμών του με το SPD επήλθε στα τέλη του 2023, όταν η κομματική ηγεσία του κατέστησε σαφές ότι δεν προτίθεται να τον στηρίξει εκ νέου ως υποψήφιο δήμαρχο στις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές. Η εξέλιξη αυτή τον οδήγησε στην απόφαση να ενταχθεί στις τάξεις του νεοσύστατου κόμματος BSW.
Η πολιτική του επιβίωση επισφραγίστηκε στις ευρωεκλογές του 2024, όπου κατέλαβε τη δεύτερη θέση στη λίστα του κόμματος, εξασφαλίζοντας μια έδρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Από τη νέα του θέση, συνεχίζει να προωθεί την ατζέντα του για τον άμεσο τερματισμό της σύγκρουσης, γεγονός που καθιστά την παρουσία του στη συζήτηση με τους Ρώσους αξιωματούχους συνεπή με τη ρητορική του.
Εξίσου αμφιλεγόμενη είναι η συμμετοχή του Hans Neuhoff, εκπροσώπου του κόμματος AfD. Ο συγκεκριμένος ευρωβουλευτής διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Μόσχα και έχει επικριθεί έντονα για τις φιλορωσικές του τοποθετήσεις.
Πρόσφατα, μάλιστα, ταξίδεψε στην πόλη Sotschi για να παραστεί σε ένα διεθνές συνέδριο. Αναφορές του γερμανικού Τύπου επισημαίνουν ότι, σε κλειστούς κομματικούς κύκλους, έχει χαρακτηρίσει ως προϊόν προπαγάνδας τις ειδήσεις που αφορούν επιθέσεις του ρωσικού στρατού εναντίον αμάχων στην Ουκρανία.
Οι ακραίες θέσεις του προκαλούν τριγμούς ακόμη και στο εσωτερικό της δικής του παράταξης, ιδίως εντός του κρατιδιακού συμβουλίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, όπου ο ίδιος κατέχει ηγετικό ρόλο.
Στο πλαίσιο των εσωκομματικών συγκρούσεων, ο Hans Neuhoff έχει στραφεί εναντίον στελεχών της ακροδεξιάς πτέρυγας, όπως ο βουλευτής Matthias Helferich από το Ντόρτμουντ, προωθώντας διαδικασίες διαγραφής για τους επικριτές του, πρακτική που οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι χαρακτηρίζουν ως αυθαίρετη.
Η παρουσία του στο κρατιδιακό συμβούλιο θεωρείται εξαιρετικά επισφαλής, με αναλυτές να προεξοφλούν την απομάκρυνσή του μετά το επερχόμενο συνέδριο του Μαρτίου.
Ο ρόλος των διεθνών παραγόντων και η ρωσική αποτίμηση της συνδιάσκεψης
Η πρωτοβουλία για τη διοργάνωση της επίμαχης ψηφιακής συνάντησης δεν προήλθε από γερμανικά πολιτικά γραφεία, αλλά αποδίδεται στον Fernand Kartheiser, ευρωβουλευτή από το Λουξεμβούργο.
Ο συγκεκριμένος πολιτικός, ο οποίος εκπροσωπεί το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα ADR, έχει βρεθεί στο παρελθόν στο επίκεντρο πειθαρχικών διαδικασιών εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Οι στενές του επαφές με ρωσικούς κύκλους και τα ταξίδια του στη χώρα είχαν ως αποτέλεσμα την επίσημη αποβολή του από τη δεξιά συντηρητική πολιτική ομάδα EKR, αναδεικνύοντας τον αμφιλεγόμενο ρόλο του στη διαμόρφωση ανεπίσημων διπλωματικών γεφυρών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ήρθαν στο φως, η συγκεκριμένη τηλεδιάσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Η γερμανική αντιπροσωπεία απαρτιζόταν αποκλειστικά από στελέχη της AfD και μόλις δύο εκπροσώπους του BSW.
Το γεγονός ότι καμία άλλη γερμανική πολιτική δύναμη δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα, καταδεικνύει την απομόνωση των συγκεκριμένων κομμάτων από τον κεντρικό πυρήνα της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι η συγκεκριμένη διαδικτυακή επαφή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης σειράς συνομιλιών, με συνολικά τέσσερις αντίστοιχες τηλεδιασκέψεις να έχουν λάβει χώρα μέχρι στιγμής.
Αντίθετα με την επιφυλακτικότητα που επικρατεί στην Ευρώπη, η ρωσική πλευρά αντιμετώπισε την ψηφιακή σύνοδο ως μια σημαντική διπλωματική νίκη.
Η ανταπόκριση των Ευρωπαίων πολιτικών χαιρετίστηκε θερμά από το ακροδεξιό ρωσικό κόμμα LDPR, του οποίου ο πρόεδρος έδωσε το παρών στη διαδικτυακή συνάντηση.
Μέσα από τον επίσημο ιστότοπο του κόμματος, η ρωσική παράταξη έκανε λόγο για μια συνάντηση ιστορικής σημασίας, πλέκοντας το εγκώμιο των Ευρωπαίων συμμετεχόντων.
Οι εκπρόσωποι της Κρατικής Δούμας εξήραν δημόσια αυτό που χαρακτήρισαν ως θάρρος και ακλόνητη αποφασιστικότητα των συνομιλητών τους, προσδίδοντας στις επαφές βαρύνουσα πολιτική σημασία για την εγχώρια ρωσική προπαγάνδα.
Ανάλυση των τοποθετήσεων γύρω από τον διμερή διάλογο
Η δημοσιοποίηση του γεγονότος υποχρέωσε τους εμπλεκόμενους να τοποθετηθούν δημόσια, εξηγώντας τα κίνητρα της συμμετοχής τους.
Ο Thomas Geisel ανέφερε ότι η πρόσκληση του απευθύνθηκε προσωπικά από τον Fernand Kartheiser, ο οποίος διερεύνησε το ενδιαφέρον του για μια ανταλλαγή απόψεων με μέλη της Κρατικής Δούμας.
Ο ευρωβουλευτής του BSW υπεραμύνθηκε της επιλογής του, τονίζοντας πως σε περιόδους ακραίας έντασης στις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρωσίας, η διατήρηση των καναλιών επικοινωνίας κρίνεται επιβεβλημένη.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε πως η παρουσία εκπροσώπων της AfD δεν αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για τον ίδιο, καθώς αρνείται να προσαρμόσει τις αποφάσεις του με βάση τις κινήσεις του συγκεκριμένου κόμματος.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι η συζήτηση αναλώθηκε σε μια γενικόλογη ανταλλαγή απόψεων χωρίς να προκύψουν νέα στοιχεία, ενώ παραδέχτηκε ότι δεν είχε ενημερώσει τα κομματικά όργανα του BSW πριν από τη συμμετοχή του στη μοναδική από τις τέσσερις συναντήσεις που έδωσε το παρών.
Από την πλευρά της κεντρικής διοίκησης του BSW, η αντίδραση υπήρξε κατευναστική, καλύπτοντας πολιτικά την ενέργεια του στελέχους της.
Ο γενικός γραμματέας του κόμματος, Oliver Ruhnert, διαμήνυσε πως η παράταξή του υποστηρίζει σταθερά κάθε ειλικρινή διπλωματική προσπάθεια και τον διεθνή διάλογο ως το μοναδικό μέσο για την επίτευξη της ειρήνης.
Η τοποθέτηση αυτή καθιστά σαφές ότι η ηγεσία του κόμματος δεν προτίθεται να επιβάλει κυρώσεις στον ευρωβουλευτή για τη συμμετοχή του στις συνομιλίες, παρά το γεγονός ότι στο ίδιο τραπέζι βρέθηκαν εκπρόσωποι του ρωσικού κράτους και του ακροδεξιού φάσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Στον αντίποδα, απόλυτη σιωπή επικρατεί στο στρατόπεδο της AfD. Ο Hans Neuhoff αρνήθηκε κατηγορηματικά να προβεί σε οποιαδήποτε δήλωση σχετικά με το περιεχόμενο των διαδικτυακών συζητήσεων ή τους λόγους της συμμετοχής του, αφήνοντας αναπάντητα τα σχετικά δημοσιογραφικά ερωτήματα.
Επιπρόσθετα, αποκαλύφθηκε πως η τοπική ηγεσία του κόμματός του στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας βρισκόταν σε πλήρη άγνοια σχετικά με τις διεθνείς επαφές του στελέχους της με τους Ρώσους κοινοβουλευτικούς, γεγονός που αναμένεται να τροφοδοτήσει περαιτέρω την ήδη τεταμένη εσωκομματική κατάσταση.