Βερολίνο – Σε ένα περίπλοκο γεωπολιτικό αδιέξοδο φαίνεται να έχει περιέλθει η γερμανική οικονομία, καθώς η προσπάθεια απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο οδήγησε σε μια νέα, εξίσου δεσμευτική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η άλλοτε πανίσχυρη «ατμομηχανή» της Ευρώπης, η οποία στήριξε την ανταγωνιστικότητά της στη φθηνή ενέργεια, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σκληρή πραγματικότητα: το σταθερό ενεργειακό οικοδόμημα έχει καταρρεύσει και οι εναλλακτικές λύσεις εγκυμονούν νέους κινδύνους.
Τα στοιχεία που έρχονται στο φως αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Μετά τον τερματισμό της χρήσης πυρηνικής ενέργειας και τη βίαιη διακοπή των ροών από τη Ρωσία, το Βερολίνο στράφηκε μαζικά στο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).
Ωστόσο, η πολυπόθητη διαφοροποίηση δεν επιτεύχθηκε, καθώς σήμερα περίπου το 94% των γερμανικών εισαγωγών LNG προέρχεται αποκλειστικά από τις ΗΠΑ.
Αυτή η σχεδόν μονοπωλιακή συνθήκη δημιουργεί έντονη ανησυχία στη γερμανική πρωτεύουσα, ιδιαίτερα υπό το φως των πολιτικών εξελίξεων στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Η στρατηγική Μερτς και το άνοιγμα στον Κόλπο
Η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και η ρητορική περί δασμών και «Αμερικής πρώτα» έχουν σημάνει συναγερμό στη γερμανική κυβέρνηση.
Υπό τον φόβο ότι η ενέργεια θα χρησιμοποιηθεί ως μοχλό πίεσης στις ευρωατλαντικές σχέσεις, ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιχειρεί έναν διπλωματικό και εμπορικό ελιγμό προς τη Μέση Ανατολή.
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει επίσημες επισκέψεις σε χώρες-κλειδιά όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με τη συνοδεία ανώτατων στελεχών γερμανικών επιχειρηματικών ομίλων.
Στόχος αυτής της κινητικότητας είναι η εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών προμήθειας που θα μειώσουν το γεωπολιτικό ρίσκο και θα παράσχουν ανάσες στη γερμανική βιομηχανία.
Η χρονική συγκυρία κρίνεται καθοριστική, καθώς το Βερολίνο έχει αναλάβει δεσμεύσεις για τη στήριξη των τιμών ενέργειας προς τη βιομηχανία έως το 2028, σε μια ύστατη προσπάθεια να ανακοπεί το κύμα αποβιομηχάνισης που απειλεί τον παραγωγικό ιστό της χώρας.
Τα εμπόδια των συμβολαίων και το κλιματικό χρονοδιάγραμμα
Η προσπάθεια στροφής προς τον Κόλπο, ωστόσο, προσκρούει σε σοβαρά δομικά εμπόδια. Οι παραγωγοί ενέργειας στη Μέση Ανατολή προκρίνουν κατά κανόνα μακροχρόνια συμβόλαια διάρκειας 20 ετών, προκειμένου να διασφαλίσουν τις επενδύσεις τους.
Αυτή η απαίτηση έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την κλιματική νομοθεσία της Γερμανίας, η οποία προβλέπει την πλήρη απαγόρευση εισαγωγών φυσικού αερίου μετά το 2043. Το αποτέλεσμα είναι οι γερμανικές εταιρείες να εγκλωβίζονται στις πιο ευέλικτες, αλλά πολιτικά ευάλωτες, συμφωνίες με αμερικανικούς παρόχους.
Το πρόβλημα επεκτείνεται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει υποκαταστήσει το ρωσικό αέριο των αγωγών με LNG, το οποίο πλέον σε ποσοστό άνω του 50% είναι αμερικανικής προέλευσης.
Η εξέλιξη αυτή έχει προσδώσει στην Ουάσιγκτον τεράστια στρατηγική ισχύ, μετατρέποντας την ενεργειακή τροφοδοσία της Ευρώπης σε πεδίο άσκησης εξωτερικής πολιτικής.
Οι μνήμες από την εποχή της εξάρτησης από τη Μόσχα και τους αγωγούς Nord Stream ξυπνούν, με τη διαφορά ότι τώρα η αβεβαιότητα προέρχεται από τη Δύση.
Ελπίδες για την αγορά και νέες εξαρτήσεις
Παρά το δυσμενές σκηνικό, υπάρχουν αναλυτές που διαβλέπουν μια πιθανή εκτόνωση μέσω των δυνάμεων της αγοράς.
Η προβλεπόμενη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς LNG τα επόμενα χρόνια, χάρη σε νέα έργα στον Κόλπο και αλλού, ενδέχεται να δημιουργήσει συνθήκες υπερπροσφοράς, πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω και βελτιώνοντας τη διαπραγματευτική θέση των αγοραστών.
Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι πολλές συμφωνίες με τις ΗΠΑ είναι ιδιωτικής φύσεως προσφέρει μια σχετική νομική θωράκιση έναντι κρατικών παρεμβάσεων.
Ωστόσο, το θεμελιώδες ζήτημα παραμένει. Η Γερμανία, στην προσπάθειά της να ξεφύγει από παλαιότερες παγίδες, βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να αντικαταστήσει τη μία εξάρτηση με την άλλη.
Ακόμη και η πολυδιαφημισμένη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συνοδεύεται από νέες προκλήσεις, κυρίως όσον αφορά την προμήθεια τεχνολογίας και πρώτων υλών από την Κίνα.
Σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα ως γεωπολιτικό όπλο, το Βερολίνο αναζητά ακόμη τη φόρμουλα της ισορροπίας.
