Μια πρωτοφανής κατάσταση διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου στους δρόμους της γερμανικής πρωτεύουσας, όπου η τεράστια πλεονάζουσα παραγωγή πατάτας οδήγησε σε σκηνές μαζικής δωρεάν διανομής.
Το φαινόμενο, που αρχικά αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία, ανέδειξε το σοβαρό διαρθρωτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο αγροτικός τομέας της χώρας, καθώς η αγορά αδυνατεί να απορροφήσει τα ιστορικά υψηλά αποθέματα.
Τεράστιοι βιομηχανικοί σάκοι με ακαθάριστες πατάτες τοποθετήθηκαν σε στρατηγικά σημεία του Βερολίνου, από σχολικές αυλές και πάρκα μέχρι εισόδους καταστημάτων και πολιτιστικά κέντρα.
Οι κάτοικοι, εφοδιασμένοι με τσάντες και καρότσια, σχημάτισαν ουρές για να προμηθευτούν το βασικό αυτό αγαθό, το οποίο εξαντλήθηκε σε χρόνο ρεκόρ, συχνά πριν το μεσημέρι, αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις της σύγχρονης αγροδιατροφικής αλυσίδας.
Ρεκόρ 25ετίας και κατάρρευση των τιμών παραγωγού
Η ρίζα του ζητήματος εντοπίζεται στο περασμένο φθινόπωρο, όταν ο συνδυασμός των ευνοϊκών καιρικών συνθηκών και της αύξησης των καλλιεργούμενων εκτάσεων οδήγησε σε μια σοδειά-ρεκόρ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η παραγωγή άγγιξε τους 13,4 εκατομμύρια τόνους, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση των τελευταίων 25 ετών στη Γερμανία.
Αυτή η υπερπροσφορά προκάλεσε άμεσο κορεσμό στην αγορά, με αποτέλεσμα την κάθετη πτώση των τιμών.
Εκατομμύρια τόνοι προϊόντος παρέμειναν αδιάθετοι στις αποθήκες, καθώς η ζήτηση δεν μπορούσε να καλύψει την προσφορά.
Παρά το γεγονός ότι οι πατάτες ήταν απολύτως κατάλληλες για κατανάλωση, μεγάλο μέρος της σοδειάς οδηγήθηκε αναγκαστικά σε μονάδες παραγωγής βιοαερίου ή χρησιμοποιήθηκε ως ζωοτροφή, προκειμένου να αποσυμφορηθούν οι αποθηκευτικοί χώροι.
Η «επιχείρηση διάσωσης» και τα εμπόδια στην εφοδιαστική αλυσίδα
Μπροστά στον κίνδυνο καταστροφής βρώσιμων τροφίμων, ενεργοποιήθηκε μια πρωτοβουλία λίγο πριν τα Χριστούγεννα, με τη σύμπραξη της οικολογικής μηχανής αναζήτησης Ecosia και της εφημερίδας Berliner Morgenpost.
Το σχέδιο προέβλεπε τη μεταφορά 4.000 τόνων πατάτας από αγροτική μονάδα κοντά στη Λειψία προς το Βερολίνο, με στόχο τη δωρεάν διάθεσή τους στους πολίτες.
Η ανταπόκριση υπήρξε μαζική, καθώς περισσότεροι από 1.300 φορείς κατέθεσαν αίτηση για να λειτουργήσουν ως σημεία διανομής.
Τελικά, επιλέχθηκαν 174 σημεία, συμπεριλαμβανομένων τραπεζών τροφίμων και μικρών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η υλοποίηση του εγχειρήματος προσέκρουσε σε σημαντικά λογιστικά προβλήματα.
Καθυστερήσεις στη μεταφορά και δυσκολίες στην εκφόρτωση περιόρισαν δραστικά τον όγκο των τροφίμων που έφτασαν τελικά στον προορισμό τους.
Μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου, υπολογίζεται ότι μόλις 200 τόνοι πατάτας είχαν διανεμηθεί στο Βερολίνο, ένας αριθμός σημαντικά μικρότερος από τον αρχικό στόχο των 4.000 τόνων, αναδεικνύοντας τις τεχνικές δυσκολίες τέτοιων μαζικών δράσεων.
Αντιδράσεις παραγωγών και κοινωνικός αντίκτυπος
Η πρωτοβουλία, παρά τη θετική της πρόθεση, δεν έμεινε στο απυρόβλητο.
Αγροτικές ενώσεις εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκειά τους, υποστηρίζοντας ότι η δωρεάν διάθεση προϊόντων σε τέτοια κλίμακα απαξιώνει το προϊόν και στρεβλώνει περαιτέρω μια ήδη πιεσμένη αγορά.
Αρκετοί παραγωγοί κάλεσαν μάλιστα τους πολίτες να μην συμμετάσχουν, θεωρώντας ότι τέτοιες κινήσεις δεν λύνουν το δομικό πρόβλημα του κλάδου.
Στον αντίποδα, η δράση λειτούργησε ως καταλύτης κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Οι πολίτες που περίμεναν στις ουρές μετέτρεψαν τη διαδικασία παραλαβής σε μια εμπειρία συλλογικότητας, ανταλλάσσοντας απόψεις για το κόστος ζωής και τη σπατάλη τροφίμων.
Το γεγονός ανέδειξε το παράδοξο ενός συστήματος όπου η υπερπαραγωγή δεν οδηγεί απαραίτητα σε φθηνότερη πρόσβαση για όλους μέσω της κανονικής αγοράς, αλλά απαιτεί έκτακτες παρεμβάσεις για να φτάσει το τρόφιμο στο πιάτο του καταναλωτή.
