Με μια εξαιρετικά αυστηρή απόφαση ολοκληρώθηκε η δικαστική διερεύνηση μιας από τις μεγαλύτερες υποθέσεις απάτης στον χώρο της δημόσιας υγείας του κρατιδίου.
Ένας ιατρός ηλικίας σαράντα ετών, καταγόμενος από τη Συρία, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ογκώδους δικογραφίας, καθώς οι αρμόδιες αρχές στοιχειοθέτησαν την ενοχή του για συστηματική απόσπαση τεράστιων χρηματικών ποσών από τα ασφαλιστικά ταμεία.
Η δικαστική ετυμηγορία επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι ετών στον κατηγορούμενο Hassan O., ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη θέση του στο ιατρικό δίκτυο προκειμένου να πλουτίσει εις βάρος του συστήματος περίθαλψης, καταγράφοντας χιλιάδες ιατρικές πράξεις οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ στην πραγματικότητα.
Η υπόθεση, η οποία συγκλόνισε την τοπική κοινωνία και τους ιατρικούς κύκλους της περιοχής Niederbayern όπου δραστηριοποιούνταν ο καταδικασθείς, φέρνει στο φως σημαντικά κενά στους μηχανισμούς ελέγχου των ιατρικών αποζημιώσεων.
Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2025 ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου Νυρεμβέργης-Φυρτ (Landgericht Nürnberg-Fürth), με το κατηγορητήριο να περιλαμβάνει βαρύτατα αδικήματα, όπως αυτό της κατ’ εξακολούθηση απάτης μέσω ψευδών τιμολογήσεων, αλλά και την κατηγορία της σεξουαλικής επίθεσης εις βάρος ασθενούς.
Η συνολική ζημία που υπέστη το κρατικό σύστημα υπολογίζεται σε ιλιγγιώδη νούμερα, δημιουργώντας σοβαρά ερωτηματικά για τη διαχείριση των πόρων της δημόσιας υγείας.
Η μεθοδολογία της απάτης και οι εικονικές υπηρεσίες περίθαλψης
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο ιατρός, ο οποίος εργαζόταν στο σύστημα ως εφημερεύων γιατρός ετοιμότητας, κατάφερε να εξαπατήσει την Ένωση Ιατρών Ασφαλιστικών Ταμείων Βαυαρίας (Kassenärztliche Vereinigung Bayern – KVB).
Ο μηχανισμός της απάτης στηρίχθηκε στην υποβολή παραστατικών για έξι χιλιάδες τριακόσιες εξήντα οκτώ κατ’ οίκον επισκέψεις σε ασθενείς, οι οποίες αποδείχθηκε ότι ήταν απολύτως κατασκευασμένες.
Αυτή η παράνομη δραστηριότητα εκτείνεται σε μια χρονική περίοδο δεκατριών τριμήνων, αποφέροντας στον κατηγορούμενο το ποσό του 1,624 εκατομμυρίων ευρώ.
Οι δικαστικές αρχές, υπό τον προεδρεύοντα δικαστή Cornelius Sello, προχώρησαν σε λεπτομερή αποδόμηση της δράσης του ιατρού.
Όπως προέκυψε από το σκεπτικό της απόφασης, ο κατηγορούμενος έφτασε στο σημείο να χρεώνει στο σύστημα υγείας ως κατ’ οίκον ιατρικές επισκέψεις ακόμη και τον χρόνο που περνούσε σε προσωπικές του συναντήσεις, συμπεριλαμβανομένων των επισκέψεων στη σύντροφό του.
Τα έγγραφα έδειχναν παράλογα δεδομένα, με τον ιατρό να φέρεται ότι επισκεπτόταν συγκεκριμένους ασθενείς έως και πέντε φορές μέσα στο ίδιο εικοσιτετράωρο, προκειμένου να διογκώσει τον όγκο των αποζημιώσεων.
Η πολυπλοκότητα της οικονομικής απάτης δεν σταμάτησε στις εικονικές επισκέψεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε πως ο ιατρός εφάρμοζε συστηματικά υπερχρεώσεις, καταχωρώντας προσαυξήσεις Σαββατοκύριακου για υπηρεσίες που υποτίθεται ότι παρέχονταν τις Παρασκευές.
Επιπρόσθετα, εκμεταλλεύτηκε το καθεστώς έκτακτης ανάγκης της πανδημίας, διεκδικώντας πολλαπλάσιες αποζημιώσεις από αυτές που του αναλογούσαν για τις υπηρεσίες του ως ιατρού εμβολιασμών.
Σε μια παράλληλη επιχειρηματική δραστηριότητα, φέρεται να χρέωσε το ομόσπονδο κρατίδιο της Βαυαρίας για την ενοικίαση ακινήτου ιδιοκτησίας του, το οποίο φιλοξενούσε είκοσι πέντε αιτούντες άσυλο.
Η υπερασπιστική γραμμή και τα ευρήματα των αρχών
Κατά την εξέλιξη της δίκης, ο συνήγορος υπεράσπισης Jürgen Lubojanski επιχείρησε να αντικρούσει το βαρύ κατηγορητήριο, υποστηρίζοντας πως οι ιατρικές πράξεις είχαν όντως λάβει χώρα και αποδίδοντας τις παρατυπίες στην ελλιπή εκπαίδευση του πελάτη του αναφορικά με τους πολύπλοκους κανόνες τιμολόγησης των ασφαλιστικών ταμείων.
Ο συνήγορος απέρριψε επίσης κατηγορηματικά τις κατηγορίες περί σεξουαλικής κακοποίησης. Από την πλευρά του, ο ίδιος ο κατηγορούμενος προσπάθησε να δικαιολογήσει τη συγκέντρωση πλούτου, επικαλούμενος το συνεχές άγχος για την ασφάλεια των συγγενών του στη Συρία.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αποκάλυψη ότι οι ελεγκτικές αρχές είχαν εντοπίσει σημαντικές ποσότητες χρυσού σε τραπεζική θυρίδα που διατηρούσε ο ιατρός. Η
εξήγηση που δόθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης ήταν πως τα πολύτιμα μέταλλα αποθηκεύονταν αποκλειστικά ως μέσο εξασφάλισης, προκειμένου να υπάρχει διαθέσιμο κεφάλαιο σε περίπτωση που τα ασφαλιστικά ταμεία απαιτούσαν την επιστροφή χρημάτων στο μέλλον, ένας ισχυρισμός που δεν φάνηκε να πείθει την έδρα.
Η τελική κρίση, οι αποζημιώσεις και το σκέλος της κακοποίησης
Η στάση του δικαστηρίου υπήρξε αμείλικτη, κρίνοντας ως απολύτως στοιχειοθετημένη την τέλεση της απάτης σε όλη της την έκταση.
Οι αρχικές υποψίες είχαν μετατραπεί σε βεβαιότητα μετά από σειρά καταγγελιών που έφτασαν στην Ένωση Ιατρών Ασφαλιστικών Ταμείων, οδηγώντας τελικά στη σύλληψη και την προφυλάκισή του τον Μάρτιο του 2025.
Πέραν του οικονομικού εγκλήματος, οι δικαστές έκριναν ένοχο τον ιατρό και για το αδίκημα της σεξουαλικής επίθεσης, η οποία σημειώθηκε τον Φεβρουάριο του 2021.
Σύμφωνα με την απόφαση, ο καταδικασθείς εκμεταλλεύτηκε τη συνθήκη της ιατρικής εξέτασης κατά τη διάρκεια κατ’ οίκον επίσκεψης σε ασθενή με συμπτώματα κρυολογήματος, αγγίζοντάς την στο στήθος με σαφή σεξουαλικά κίνητρα.
Το διατακτικό της απόφασης επιβάλλει στον ιατρό να επιστρέψει περισσότερα από 1,4 εκατομμύρια ευρώ στα δημόσια ταμεία, ως μερική αποκατάσταση της κολοσσιαίας οικονομικής ζημίας που προκάλεσε.
Παρά τη βαρύτητα των ποινών και την καταδίκη σε εξαετή φυλάκιση, το δικαστήριο αποφάσισε να μην προχωρήσει στην επιβολή πρόσθετης παρεπόμενης ποινής που θα αφορούσε την οριστική απαγόρευση άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση βρίσκεται σε πρώτο βαθμό και δεν έχει καταστεί ακόμη αμετάκλητη, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο άσκησης ενδίκων μέσων από την πλευρά της υπεράσπισης.