Μια δραστική αλλαγή στο νομικό πλαίσιο οδικής ασφάλειας θέτει σε εφαρμογή η Ιταλία, στοχεύοντας στην οριστική πάταξη της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ, μια εξέλιξη που αναμένεται να επηρεάσει άμεσα και χιλιάδες επισκέπτες από το εξωτερικό.
Οι ιταλικές δικαστικές και αστυνομικές αρχές επιβάλλουν πλέον την αυστηρή και υποχρεωτική χρήση ειδικών ηλεκτρονικών συστημάτων ακινητοποίησης του οχήματος, γνωστών στη διεθνή ορολογία ως Alcolocks.
Τα συστήματα αυτά προορίζονται για όσους οδηγούς συλλαμβάνονται κατ’ επανάληψη ή με υψηλά ποσοστά οινοπνεύματος να παραβιάζουν τα επιτρεπτά όρια κατανάλωσης.
Το συγκεκριμένο μέτρο, το οποίο έχει ήδη προκαλέσει ευρείες συζητήσεις στην ευρωπαϊκή κοινότητα για την πιθανότητα οριζόντιας επέκτασής του, δημιουργεί νέα, εξαιρετικά αυστηρά δεδομένα για τους παραβάτες, καθώς η επανάκτηση και η διατήρηση της άδειας οδήγησης συνδέεται πλέον άρρηκτα με τη συνεχή τεχνολογική επιτήρηση.
Η γειτονική χώρα επιλέγει τη σκληρή γραμμή απέναντι στους κατ’ εξακολούθηση παραβάτες, μεταφέροντας το σύνολο του οικονομικού και πρακτικού βάρους της συμμόρφωσης αποκλειστικά στους ίδιους τους πολίτες.
Παράλληλα, η δυναμική αυτή κίνηση εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο αντίστοιχες, μηδενικής ανοχής πολιτικές θα μπορούσαν να εφαρμοστούν μελλοντικά στο γερμανικό οδικό δίκτυο, και ιδιαίτερα σε κρατίδια με υψηλό κυκλοφοριακό φόρτο, όπου τα στατιστικά ποσοστά των τροχαίων ατυχημάτων που οφείλονται σε μέθη παραμένουν υπολογίσιμα και προκαλούν διαρκή ανησυχία στους συγκοινωνιολόγους.
Οι αυστηρές κυρώσεις στην Ιταλία και ο αντίκτυπος στους τουρίστες
Η νέα νομοθεσία της Ιταλίας δεν αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο παρερμηνειών, καθώς θεσπίζει ένα εξαιρετικά αυστηρό πλαίσιο οικονομικών και τεχνικών κυρώσεων για τους παραβάτες.
Οδηγοί οι οποίοι καταδικάζονται δικαστικά έχοντας εντοπιστεί σε ελέγχους με ποσοστό αλκοόλ στο αίμα ίσο ή μεγαλύτερο από 0,8 τοις χιλίοις, υποχρεούνται πλέον να εγκαταστήσουν το πιστοποιημένο σύστημα Alcolock στο όχημά τους για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών, προκειμένου να ανακτήσουν το νόμιμο δικαίωμα οδήγησης.
Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, όπου η ανιχνευθείσα συγκέντρωση αλκοόλ υπερβαίνει το όριο του 1,5 τοις χιλίοις, το διοικητικό μέτρο επεκτείνεται υποχρεωτικά στα τρία έτη.
Το συνολικό κόστος της ηλεκτρονικής συσκευής και της εξειδικευμένης τοποθέτησής της, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου δύο χιλιάδες ευρώ, βαραίνει αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη του οχήματος, χωρίς καμία κρατική επιδότηση.
Όποιος παραβιάσει τη δικαστική απόφαση και συλληφθεί να οδηγεί όχημα χωρίς τον απαιτούμενο τεχνολογικό εξοπλισμό, αντιμετωπίζει βαρύτατα χρηματικά πρόστιμα και την οριστική, αμετάκλητη αφαίρεση του διπλώματος οδήγησης.
Ιδιαίτερη νομική και πρακτική σημασία έχει το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι περιοριστικοί κανόνες εφαρμόζονται οριζόντια, καλύπτοντας πλήρως και τους ξένους επισκέπτες.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι παραβάτες από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίοι θα εντοπιστούν σε ιταλικό έδαφος να ξεπερνούν το προκαθορισμένο όριο του 0,8, θα υποχρεωθούν να εξοπλίσουν τα ιδιωτικά τους οχήματα με τη συγκεκριμένη συσκευή, διαφορετικά κινδυνεύουν με νέες, βαρύτερες διώξεις σε μελλοντικά τους ταξίδια.
Επιπλέον, η αυστηρή ρύθμιση καταλαμβάνει ακόμη και τα ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα, αναγκάζοντας τους καταδικασθέντες τουρίστες να αναζητούν κατά τη διάρκεια των διακοπών τους αποκλειστικά οχήματα που διαθέτουν ήδη εγκατεστημένο το εν λόγω σύστημα προστασίας.
Η λειτουργία του συστήματος και η ευρωπαϊκή εμπειρία
Η τεχνολογία των ενσωματωμένων συστημάτων ακινητοποίησης βασίζεται σε μια απλή αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική αρχή, προσομοιάζοντας σε μεγάλο βαθμό τους τυπικούς αλκοτεστ ελέγχους που διενεργούν οι αστυνομικές αρχές στους δρόμους.
Πριν από την εκκίνηση του κινητήρα, ο οδηγός καλείται υποχρεωτικά να εκπνεύσει σε ένα ειδικό ενσύρματο επιστόμιο που βρίσκεται συνδεδεμένο με το ταμπλό.
Εφόσον ο ψηφιακός αναλυτής δεν ανιχνεύσει ίχνη αλκοόλ, το ηλεκτρονικό κύκλωμα ανάφλεξης απελευθερώνεται κανονικά και το όχημα τίθεται σε λειτουργία.
Αντιθέτως, οποιαδήποτε υπέρβαση του προκαθορισμένου επιτρεπτού ορίου μπλοκάρει αυτομάτως και άμεσα την εκκίνηση του αυτοκινήτου, καθιστώντας αδύνατη την οδήγηση.
Η τοποθέτηση του ευαίσθητου εξοπλισμού πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο σε πιστοποιημένα συνεργεία αυτοκινήτων, ενώ η ίδια η κεντρική συσκευή σφραγίζεται με ειδική σήμανση ασφαλείας, σχεδιασμένη για την αποτροπή οποιασδήποτε προσπάθειας δολιοφθοράς ή παράκαμψης του λογισμικού.
Στο ευρύτερο ευρωπαϊκό στερέωμα, η Ιταλία δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση τη μοναδική περίπτωση υιοθέτησης τέτοιων αποτρεπτικών μέτρων.
Κράτη όπως η Δανία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Φινλανδία, η Πολωνία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ολλανδία έχουν ήδη ενσωματώσει στα νομικά τους συστήματα παρόμοια στοχευμένα προγράμματα για παραβάτες οδηγούς.
Στη Σουηδία, η χρήση τους κρίνεται πλέον υποχρεωτική σε όλα τα υπηρεσιακά κρατικά οχήματα, ενώ στη Φινλανδία το μέτρο επιβάλλεται αυστηρά στα σχολικά λεωφορεία για την προστασία των μαθητών.
Η πραγματική αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης μεθόδου επιβεβαιώνεται διαρκώς από ευρωπαϊκούς ερευνητικούς φορείς.
Ενδεικτικά, μια εμπεριστατωμένη μελέτη του οργανισμού European Transport Safety Council καταδεικνύει ότι στη Φινλανδία, το ποσοστό υποτροπής για όσους παραβάτες χρησιμοποιούν το σύστημα Alcolock περιορίζεται μόλις στο έξι τοις εκατό.
Συγκριτικά, οι καταδικασθέντες οδηγοί στους οποίους απλώς αφαιρείται διοικητικά η άδεια οδήγησης τείνουν να επαναλαμβάνουν την ίδια επικίνδυνη παράβαση σε ανησυχητικό ποσοστό που αγγίζει το τριάντα τοις εκατό.
Τα δεδομένα στη Γερμανία και οι θεσμικές τοποθετήσεις
Παρά την επιστημονικά αποδεδειγμένη χρησιμότητα του μέτρου σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το γερμανικό νομικό και συγκοινωνιακό σύστημα δεν προβλέπει προς το παρόν την υποχρεωτική εγκατάσταση τέτοιων συσκευών, βασιζόμενο παραδοσιακά και κυρίως στις μακροχρόνιες απαγορεύσεις οδήγησης για όσους εμπλέκονται σε σοβαρά περιστατικά μέθης.
Η γενικότερη στατιστική εικόνα, ωστόσο, παραμένει έντονη και προβληματίζει τις αρχές.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Statistisches Bundesamt), μόνο κατά το έτος 2024 καταγράφηκαν αποκλειστικά στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας 3.662 σοβαρά τροχαία ατυχήματα που σχετίζονταν άμεσα με την κατανάλωση διαφόρων ουσιών, με τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών να αφορά καταχρήσεις οινοπνεύματος.
Ο συγκεκριμένος αριθμός κατατάσσει την περιοχή σταθερά στην πρώτη θέση πανεθνικά, αν και η μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού στο συγκεκριμένο κρατίδιο δικαιολογεί εν μέρει τα αυξημένα μεγέθη των περιστατικών.
Μέσα σε αυτό το πιεστικό πλαίσιο, καταγράφονται εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις από τους αρμόδιους περιφερειακούς φορείς.
Εκπρόσωποι της πολιτικής ηγεσίας, όπως ο Υπουργός Εσωτερικών του κρατιδίου Herbert Reul, διατηρούν εμφανείς επιφυλάξεις απέναντι στην ιδέα της τεχνολογικής επιτήρησης, εκφράζοντας δημόσια την άποψη πως η ουσιαστική επίλυση του προβλήματος δεν απαιτεί απαραίτητα περίπλοκα ηλεκτρονικά συστήματα.
Η κεντρική του θέση εστιάζει στην ενίσχυση της ατομικής ευθύνης, υπογραμμίζοντας πως ο κανόνας πρέπει να παραμένει απόλυτος και ξεκάθαρος: η πλήρης αποχή από την οδήγηση μετά την κατανάλωση οινοπνεύματος αποτελεί την πιο απλή λύση.
Στον αντίποδα αυτής της συντηρητικής στάσης, οι εκπρόσωποι της μεγάλης λέσχης αυτοκινήτου ADAC Nordrhein, μέσω του Thomas Müther, προσεγγίζουν το ευαίσθητο ζήτημα με σαφώς πιο θετική διάθεση, αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητα των συσκευών υπό συγκεκριμένες νομικές προϋποθέσεις.
Οι ίδιοι προτείνουν την άμεση έναρξη μιας αρχικής δοκιμαστικής εφαρμογής ενός τέτοιου τεχνολογικού προγράμματος προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή και μετρήσιμα συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητά του.
Κλείνοντας, διευκρινίζουν ωστόσο πως ο σύγχρονος τεχνολογικός εξοπλισμός δεν δύναται σε καμία απολύτως περίπτωση να υποκαταστήσει τις καθιερωμένες ιατρικές και ψυχολογικές αξιολογήσεις, οι οποίες θεωρούνται παραδοσιακά δοκιμασμένες και εντελώς αναγκαίες για την πλήρη και ορθή αξιολόγηση της συμπεριφοράς των παραβατών.