Βερολίνο – Σε προχωρημένες συζητήσεις για την απόκτηση επιπλέον μαχητικών αεροσκαφών F-35 αμερικανικής κατασκευής βρίσκεται η γερμανική κυβέρνηση, ενισχύοντας την εξάρτησή της από τον αμυντικό σχεδιασμό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η διαφαινόμενη συμφωνία για την αγορά δεκάδων νέων αεροσκαφών έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κοινό ευρωπαϊκό πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικού επόμενης γενιάς, σε συνεργασία με τη Γαλλία, αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο οριστικής εγκατάλειψης.
Σύμφωνα με πληροφορίες από τον διεθνή τύπο, η καγκελαρία του Friedrich Merz διαπραγματεύεται την προμήθεια ακόμη 35 πολεμικών αεροσκαφών, κίνηση που θα αυξήσει σημαντικά τον επιχειρησιακό στόλο της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας.
Η αρχική σύμβαση που είχε υπογραφεί το 2022 προέβλεπε την προμήθεια τριάντα πέντε μαχητικών από την κατασκευάστρια εταιρεία Lockheed Martin, με τις πρώτες παραδόσεις να αναμένονται προς το τέλος του τρέχοντος έτους.
Εφόσον οι νέες παραγγελίες προχωρήσουν κανονικά και εκτελεστούν στο ακέραιο, ο συνολικός αριθμός των γερμανικών F-35 θα κυμανθεί από 70 έως 85 αεροσκάφη.
Η ενίσχυση του αεροπορικού στόλου εξετάζεται στο ευρύτερο πλαίσιο των πιέσεων που ασκεί η Ουάσινγκτον προς τα ευρωπαϊκά κράτη για ουσιαστική αύξηση των αμυντικών τους δαπανών.
Η στρατηγική απομάκρυνση από το ευρωπαϊκό σχέδιο
Η πιθανή επιβεβαίωση της νέας αμυντικής προμήθειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες σηματοδοτεί μια καθοριστική στρατηγική στροφή του Βερολίνου προς τη βαθύτερη στρατιωτική ολοκλήρωση με τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.
Παράλληλα, η κίνηση αυτή υποδηλώνει την απομάκρυνση από τον μακροπρόθεσμο στόχο της ευρωπαϊκής αυτονομίας στον τομέα των στρατιωτικών εξοπλισμών, ο οποίος αποτελεί διαχρονικά βασική προτεραιότητα για την κυβέρνηση της Γαλλίας.
Οι συνεχιζόμενες διαφωνίες μεταξύ των δύο κρατών αφορούν το φιλόδοξο πρόγραμμα Future Combat Air System (FCAS).
Το συγκεκριμένο στρατηγικό σχέδιο δημιουργήθηκε με σκοπό να αντικαταστήσει τα υπάρχοντα στρατιωτικά αεροσκάφη της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας με χρονικό ορίζοντα επιχειρησιακής ένταξης το 2040.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα και την αξιολόγηση των πολιτικών συνθηκών, η γερμανική πλευρά φαίνεται έτοιμη να εγκαταλείψει οριστικά την κοινοπραξία, προκρίνοντας την ασφάλεια που παρέχουν τα ήδη δοκιμασμένα αμερικανικά συστήματα.
Η αγορά μαχητικών με κόστος που ξεπερνά τα 80 εκατομμύρια δολάρια ανά μονάδα φέρνει στο προσκήνιο την προτίμηση για άμεσες λύσεις, εξασφαλίζοντας χρόνο στο Βερολίνο ώστε να μελετήσει μελλοντικές εναλλακτικές επιλογές στον αεροπορικό τομέα.
Οι αμφιβολίες του Friedrich Merz για τα μαχητικά έκτης γενιάς
Ο καγκελάριος Friedrich Merz διατύπωσε ανοιχτά αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα και την επιχειρησιακή λογική της ανάπτυξης ενός επανδρωμένου μαχητικού έκτης γενιάς μέσα από ευρωπαϊκούς πόρους.
Κατά τη διάρκεια πρόσφατης δημόσιας τοποθέτησής του, έθεσε με σαφήνεια το ερώτημα εάν σε είκοσι χρόνια θα υπάρχει πραγματική στρατιωτική ανάγκη για ένα τέτοιο οπλικό σύστημα, δεδομένου του τεράστιου οικονομικού βάρους που απαιτεί η έρευνα και η κατασκευή του από το μηδέν.
Μέχρι στιγμής, το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Άμυνας αποφεύγει να τοποθετηθεί επίσημα σχετικά με τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις, διατηρώντας σιγή ιχθύος για τις επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης.
Την ίδια στιγμή, οι αρμόδιες υπηρεσίες του αμερικανικού Πενταγώνου παραπέμπουν αποκλειστικά στο Βερολίνο για οποιαδήποτε ενημέρωση, ενώ εκπρόσωποι της Lockheed Martin περιορίζονται να δηλώσουν ότι η εταιρεία παραμένει απόλυτα προσηλωμένη στην κατασκευή και παράδοση των αεροσκαφών που έχουν ήδη δεσμευτεί μέσω της προηγούμενης γερμανικής παραγγελίας.
Πηγές από την κάτω βουλή της Γερμανίας επισημαίνουν ότι η πρόθεση του υπουργείου είναι να επιταχύνει τις διαδικασίες, με την ανακοίνωση της νέας προμήθειας να αναμένεται σύντομα.
Ο ρόλος των πυρηνικών όπλων και η επόμενη ημέρα στο NATO
Η δέσμευση της γερμανικής κυβέρνησης για την απόκτηση επιπλέον αεροσκαφών αναμένεται να τροποποιήσει τους συσχετισμούς και την ισορροπία δυνάμεων εντός του NATO.
Το F-35 διαθέτει την τεχνική πιστοποίηση να φέρει πυρηνικά όπλα, διαδραματίζοντας ρόλο κλειδί στον ευρύτερο σχεδιασμό της βορειοατλαντικής συμμαχίας.
Ειδικότερα, τα αεροσκάφη που θα αποκτήσει η χώρα είναι τα μόνα ικανά να αναλάβουν τη μεταφορά των αμερικανικών πυρηνικών βομβών τύπου B61.
Αυτή η παράμετρος καθιστά την αγορά τους μονόδρομο για την αντικατάσταση των πεπαλαιωμένων μαχητικών τύπου Tornado, τα οποία προσεγγίζουν το τέλος του επιχειρησιακού τους βίου.
Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Άμυνας, Boris Pistorius, διευκρίνισε ότι η τελική απόφαση για την τύχη του FCAS θα κριθεί εντός των αμέσως επόμενων ημερών.
Ακόμη και στο σενάριο της πλήρους ακύρωσης του μαχητικού αεροσκάφους, οι τεχνικές αναλύσεις υποδεικνύουν ότι η αμυντική συνεργασία με τη Γαλλία θα διατηρηθεί σε άλλους κρίσιμους τομείς.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η διμερής σύμπραξη θα εστιάσει πλέον στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών καθώς και στη δημιουργία σύγχρονων υποδομών ηλεκτρονικού και ψηφιακού πολέμου.