Γερμανία – Η γερμανική κυβέρνηση σχεδιάζει να διαθέσει 500 δισ. ευρώ από ειδικό κρατικό ταμείο για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, αλλά η έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού απειλεί την υλοποίηση των έργων. Μελέτη του Ινστιτούτου Γερμανικής Οικονομίας (IW), που δημοσιοποιήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2026, καταγράφει μεγάλα κενά σε επαγγέλματα απαραίτητα για τις υποδομές, την ενεργειακή μετάβαση και την ψηφιοποίηση.
Λείπουν 148.047 εργαζόμενοι σε κρίσιμους κλάδους
Από τον Ιούλιο του 2025 έως τον Ιούνιο του 2026, η έλλειψη κατάλληλα καταρτισμένου προσωπικού στους τρεις αυτούς τομείς έφτανε κατά μέσο όρο τους 148.047 εργαζομένους, υπολογίζοντας τις ειδικότητες που επικαλύπτονται μόνο μία φορά. Το μέγεθος αντιστοιχεί στο 44% του συνολικού ελλείμματος ειδικευμένου εργατικού δυναμικού που καταγράφεται σε όλα τα επαγγέλματα.
Οι μεγαλύτερες δυσκολίες αφορούν τις τεχνικές εργασίες που απαιτούνται για την κατασκευή και λειτουργία των έργων. Στις ειδικότητες με υψηλή ζήτηση περιλαμβάνονται οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις κτιρίων, τα υδραυλικά και τα συστήματα θέρμανσης και κλιματισμού, η ηλεκτροτεχνία βιομηχανικών εγκαταστάσεων, καθώς και η μηχανολογία και η τεχνική λειτουργία εξοπλισμού. Πρόκειται κυρίως για θέσεις που απαιτούν ολοκληρωμένη επαγγελματική κατάρτιση.
Το IW υπογραμμίζει ότι η εξασφάλιση χρηματοδότησης δεν δημιουργεί αυτομάτως τη δυνατότητα εκτέλεσης των επενδύσεων: χρειάζονται άνθρωποι που θα σχεδιάσουν, θα κατασκευάσουν και θα λειτουργήσουν τα έργα. Επιπλέον, οι πόροι του ειδικού ταμείου αναμένεται να ενισχύσουν τη ζήτηση για αυτές τις ειδικότητες, ενώ η προσφορά εργαζομένων δύσκολα θα αυξηθεί επαρκώς χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Η αντίφαση στην επαγγελματική εκπαίδευση
Η δημογραφική εξέλιξη θεωρείται βασικός λόγος για τον οποίο η Γερμανία δυσκολεύεται να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, με τη μετανάστευση να αντισταθμίζει το πρόβλημα μόνο εν μέρει. Το 2025 έμειναν κενές περισσότερες από 54.000 θέσεις επαγγελματικής εκπαίδευσης, παρότι σχεδόν 40.000 υποψήφιοι δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν θέση. Τα δύο μεγέθη αναδεικνύουν ότι διαθέσιμες θέσεις και υποψήφιοι δεν συναντώνται απαραίτητα στην πράξη.
Κατά το IW, οι κενές θέσεις εργασίας συνεπάγονται άμεσα χαμένη οικονομική παραγωγή, ενώ σε βάθος χρόνου περιορίζουν την καινοτομία και την ανάπτυξη. Έτσι, το πρόβλημα προσωπικού δεν αφορά μόνο την πορεία ενός μεμονωμένου κατασκευαστικού έργου, αλλά την ικανότητα της οικονομίας να αξιοποιήσει τις διαθέσιμες επενδύσεις.
Ανάπτυξη με κρατικά κεφάλαια, υστέρηση στις ιδιωτικές επενδύσεις
Η κυβέρνηση, οικονομολόγοι και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχουν αναθεωρήσει ανοδικά τις προβλέψεις για τη γερμανική οικονομία, με στήριγμα τις εξαγωγές και τις δημόσιες δαπάνες για υποδομές και άμυνα. Η εκτιμώμενη αύξηση του ΑΕΠ διαμορφώνεται στο 1,3% για το 2026, στο 1,1% για το 2027 και στο 0,6% για το 2028.
Ωστόσο, δεύτερη μελέτη του IW δείχνει ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις υπολείπονται σημαντικά της προηγούμενης τάσης τους. Από τις αρχές του 2020, υπό την επίδραση της πανδημίας, του πολέμου στην Ουκρανία και της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι επιχειρήσεις επένδυσαν περίπου 470 δισ. ευρώ λιγότερα από όσα θα αναμένονταν με βάση την ιστορική εξέλιξη. Στο ίδιο διάστημα το κράτος επένδυσε περίπου 50 δισ. ευρώ περισσότερα, αφήνοντας συνολικό εκτιμώμενο επενδυτικό έλλειμμα 420 δισ. ευρώ.
Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι ιδιωτικές επενδύσεις εξακολουθούσαν να βρίσκονται πάνω από 10% κάτω από τον ετήσιο μέσο όρο του 2019, ενώ οι δημόσιες ήταν κατά 20% υψηλότερες σε σύγκριση με το 2019. Ο επικεφαλής οικονομικών προβλέψεων του IW, Michael Grömling, θεωρεί σωστή την προσπάθεια του κράτους να καλύψει τις εκκρεμότητες στις υποδομές, επισημαίνει όμως ότι οι δημόσιες δαπάνες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις για να υπάρξει διατηρήσιμη ανάπτυξη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επενδυτική σύνοδος που είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει στις 19 Οκτωβρίου με στόχο την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων στη Γερμανία.