Βέρνη – Μια σκληρή πραγματικότητα κρύβεται πίσω από την εικόνα της ευημερίας στην Ελβετία, καθώς νέα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (BFS) αποκαλύπτουν ότι η φτώχεια αποτελεί καθημερινό βίωμα για ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού.
Το 2024, το 8,4% των κατοίκων της χώρας, δηλαδή περίπου 743.000 άνθρωποι, βρέθηκαν αντιμέτωποι με εισοδηματική φτώχεια, αδυνατώντας να καλύψουν επαρκώς τις βασικές τους ανάγκες.
Οι αριθμοί σκιαγραφούν το προφίλ των πιο ευάλωτων ομάδων: άτομα που ζουν μόνοι, μονογονεϊκές οικογένειες, πολίτες χωρίς μετα-υποχρεωτική εκπαίδευση, καθώς και αλλοδαποί με καταγωγή από την Ανατολική Ευρώπη ή τρίτες χώρες πλήττονται δυσανάλογα.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το φαινόμενο των «εργαζόμενων φτωχών», καθώς περίπου 175.000 άτομα, παρά το γεγονός ότι εργάζονται, δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν το όριο της φτώχειας, με το ποσοστό φτώχειας στους εργαζομένους να αγγίζει το 4,3%.
Το κόστος επιβίωσης και τα όρια της φτώχειας
Η Στατιστική Υπηρεσία, βασιζόμενη στις κατευθυντήριες γραμμές της Συνδιάσκεψης για την Κοινωνική Πρόνοια (SKOS), όρισε το κατώφλι της φτώχειας για το 2024 στα 2.388 ελβετικά φράγκα τον μήνα για ένα μονομελές νοικοκυριό και στα 4.159 φράγκα για μια οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά.
Τα ποσά αυτά αφορούν το διαθέσιμο εισόδημα μετά την αφάρεση των υποχρεωτικών δαπανών (ασφάλιστρα υγείας, φόροι), και προορίζονται για την κάλυψη σίτισης, στέγασης, μετακίνησης και ειδών πρώτης ανάγκης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το όριο αυτό αυξήθηκε κατά περίπου 100 φράγκα σε σύγκριση με το 2022, εξαιτίας της προσαρμογής του παγίου ποσού για τις βασικές ανάγκες στον πληθωρισμό, αλλά και της παράλληλης αύξησης του κόστους στέγασης.
Παιδική στέρηση: Χωρίς διακοπές και γιορτές
Οι οικονομικές δυσκολίες των γονέων έχουν άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο στη ζωή των παιδιών.
Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό ορισμό της υλικής στέρησης, ένα παιδί θεωρείται ότι στερείται όταν η οικογένεια δεν μπορεί να καλύψει οικονομικά τουλάχιστον τρεις από τις 17 βασικές ανάγκες διαβίωσης.
Στην Ελβετία, το 4,9% των παιδιών κάτω των 16 ετών βίωσε τέτοιου είδους ελλείψεις το 2024.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η αδυναμία συμμετοχής σε διακοπές: το 6,5% των παιδιών δεν μπόρεσε να φύγει έστω και για μία εβδομάδα από το σπίτι για διακοπές λόγω έλλειψης χρημάτων.
Επιπλέον, ποσοστό μικρότερο του 2% των παιδιών αναγκάστηκε να στερηθεί κατάλληλα ρούχα και παπούτσια, ισορροπημένη διατροφή, βιβλία και παιχνίδια κατάλληλα για την ηλικία τους, ή ακόμη και τη δυνατότητα να καλέσουν φίλους στο σπίτι για παιχνίδι ή φαγητό.
Η θέση της Ελβετίας στον ευρωπαϊκό χάρτη και η αρνητική πρωτιά της Ελλάδας
Παρά τα ανησυχητικά εσωτερικά δεδομένα, η Ελβετία εξακολουθεί να βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Με ποσοστό παιδικής στέρησης 4,9%, κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με τα χαμηλότερα ποσοστά, πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 13,6%.
Οι γειτονικές χώρες καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά, με την Αυστρία στο 9,0%, τη Γερμανία στο 11,3%, την Ιταλία στο 11,7% και τη Γαλλία στο 13,5%.
Στον αντίποδα, τα στοιχεία αποκαλύπτουν το τεράστιο χάσμα που χωρίζει τον ευρωπαϊκό βορρά από τον νότο.
Ενώ η Κροατία σημειώνει το χαμηλότερο ποσοστό με 2,7%, η Ελλάδα κατέχει τη θλιβερή πρωτιά στην Ευρώπη με το ιλιγγιώδες ποσοστό του 33,6% στην παιδική στέρηση, αναδεικνύοντας τις βαθιές κοινωνικές ανισότητες που ταλανίζουν την ήπειρο.