Ελβετία – Η ελβετική πολιτεία ετοιμάζεται να γυρίσει σελίδα στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες προσεγγίζουν τις νοσοκομειακές δομές, καθώς το Εθνικό Συμβούλιο υπερψήφισε την επιβολή υποχρεωτικού τέλους πενήντα φράγκων για όσους επισκέπτονται τα τμήματα επειγόντων περιστατικών χωρίς προηγούμενη ιατρική παραπομπή.
Το συγκεκριμένο μέτρο, το οποίο εγκρίθηκε με οριακή πλειοψηφία ενενήντα έξι υπέρ έναντι ενενήντα μίας ψήφων κατά και τριών αποχών, στοχεύει στην αποσυμφόρηση των νοσοκομείων και τον περιορισμό των διαρκώς αυξανόμενων δαπανών στο εθνικό σύστημα υγείας.
Η πρωτοβουλία, η οποία προωθήθηκε ένθερμα από τα πολιτικά κόμματα SVP, FDP και GLP, φιλοδοξεί να θέσει ένα φρένο στις αδικαιολόγητες προσελεύσεις που μπλοκάρουν την ομαλή λειτουργία των νοσοκομείων.
Εκπρόσωποι των κομμάτων αυτών τονίζουν ότι η χρέωση θα λειτουργήσει ως ρυθμιστικός μηχανισμός, υπενθυμίζοντας στους πολίτες τη σημασία της ατομικής ευθύνης απέναντι στους περιορισμένους πόρους της δημόσιας περίθαλψης.
Ποιοι εξαιρούνται από το νέο χρηματικό αντίτιμο στα νοσοκομεία
Η νομοθετική πρόταση περιλαμβάνει σαφείς δικλείδες ασφαλείας για ευάλωτες ομάδες και σοβαρά περιστατικά, προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη πρόσβαση στην υγεία για όσους την έχουν πραγματικά ανάγκη.
Ειδικότερα, από την υποχρέωση καταβολής του ποσού απαλλάσσονται πλήρως τα παιδιά, οι εγκυμονούσες γυναίκες, καθώς και οι ασθενείς που διακομίζονται στα νοσηλευτικά ιδρύματα μέσω ασθενοφόρου.
Επιπλέον, το οικονομικό βάρος δεν θα επωμίζονται όσοι προσέρχονται στα επείγοντα προσκομίζοντας έγγραφη παραπομπή από γενικό ιατρό, φαρμακοποιό ή επίσημο κέντρο τηλεϊατρικής.
Σύμφωνα με την κοινοβουλευτική επιχειρηματολογία του Patrick Hässig, ο πυρήνας του μέτρου στρέφεται αποκλειστικά στους ενήλικες πολίτες που διαθέτουν την ικανότητα να προσέλθουν αυτοδύναμα και με δικά τους μέσα στην είσοδο των επειγόντων περιστατικών, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια επαγγελματική ιατρική αξιολόγηση της κατάστασής τους.
Η προσέγγιση αυτή επιδιώκει να λειτουργήσει αποτρεπτικά για ήσσονος σημασίας ιατρικά ζητήματα, τα οποία παραδοσιακά προκαλούν ασφυξία στις κρίσιμες δομές υγείας και καθυστερούν την εξυπηρέτηση επειγόντων περιστατικών.
Οι αντιστάσεις, η δημόσια διαβούλευση και ο κίνδυνος γραφειοκρατίας
Παρά την έγκριση από την κάτω βουλή, η πρωτοβουλία συναντά σφοδρές αντιστάσεις στο εσωτερικό της χώρας, με μεγάλο τμήμα του πολιτικού κόσμου να προειδοποιεί για διοικητικό εκτροχιασμό.
Κατά τη διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης, το συντριπτικό ποσοστό του ογδόντα επτά τοις εκατό των συμμετεχόντων, συμπεριλαμβανομένων είκοσι ενός καντονιών, απέρριψε κατηγορηματικά την πρόταση, καταδεικνύοντας την έλλειψη ευρύτερης κοινωνικής και θεσμικής συναίνεσης.
Οι επικριτές του νομοσχεδίου από το SP, το Κέντρο (Mitte) και τους Πράσινους (Grüne) υπογραμμίζουν ότι η επιβολή του τέλους δεν πρόκειται να επιλύσει τα δομικά προβλήματα, αλλά αντίθετα θα δημιουργήσει νέες επιπλοκές.
Πολιτικά πρόσωπα όπως ο Lorenz Hess, η Manuela Weichelt και η Sarah Wyss χαρακτήρισαν την κίνηση ως ένα γραφειοκρατικό τέρας και μια ειδική ρύθμιση που εξυπηρετεί κυρίως τις ανάγκες της περιοχής στη Ζυρίχη.
Το γεγονός ότι η υιοθέτηση του μέτρου παραμένει προαιρετική για τα κατά τόπους καντόνια, δημιουργεί επιπρόσθετους φόβους για νομική πολυτυπία και ανισότητες στην πρόσβαση των ασθενών ανάλογα με τον τόπο κατοικίας τους.
Η απόρριψη από την κυβέρνηση και τα τεχνικά εμπόδια εφαρμογής
Στο στρατόπεδο των διαφωνούντων συντάσσεται ξεκάθαρα και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat), το οποίο εντοπίζει έξι βασικά μειονεκτήματα στον σχεδιασμό του κοινοβουλίου.
Η ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, μέσω της Elisabeth Baume-Schneider, εκτιμά ότι ο πραγματικός αντίκτυπος της χρέωσης θα είναι ελάχιστος, δεδομένου ότι η πληρωμή του τέλους θα αφορά πρακτικά μόνο όσους ασθενείς έχουν ήδη συμπληρώσει το ετήσιο όριο της προσωπικής τους συμμετοχής στα έξοδα περίθαλψης.
Παράλληλα, εκφράζονται έντονες ανησυχίες ότι η προσπάθεια των πολιτών να εξασφαλίσουν παραπομπή προκειμένου να αποφύγουν το πρόστιμο, ενδέχεται να πυροδοτήσει έναν νέο κύκλο περιττών ιατρικών ραντεβού, αυξάνοντας τελικά το συνολικό σύστημα δαπανών αντί να το εξορθολογίσει.
Ένα επιπλέον πρακτικό αγκάθι εντοπίζεται στη λειτουργία των κέντρων τηλεϊατρικής, τα οποία στο παρόν στάδιο δεν διαθέτουν τις τεχνικές προδιαγραφές για να εκδίδουν γραπτές παραπομπές σε πραγματικό χρόνο.
Το νομοσχέδιο, το οποίο είχε εκκινήσει το 2017 από τον Thomas Weibel με στόχο αρχικά τα απολύτως ασήμαντα περιστατικά, μεταφέρεται πλέον στο Συμβούλιο των Κρατών (Ständerat), όπου αναμένεται να κριθεί η οριστική του κατάληξη.