Γερμανία – Μια τεράστια συζήτηση γύρω από την κοινωνική και φορολογική δικαιοσύνη έχει ανοίξει στη χώρα, καθώς επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν το μέγεθος των νόμιμων απαλλαγών που απολαμβάνουν οι υπερπλούσιοι κληρονόμοι. Μέσα στο 2024, εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, τα οποία υπό κανονικές συνθήκες θα κατέληγαν στα δημόσια ταμεία, διαγράφηκαν οριστικά υπέρ μόλις δέκα συγκεκριμένων ιδρυμάτων. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία ήρθαν στο φως της δημοσιότητας μετά από επίσημη απάντηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε σχετική κοινοβουλευτική ερώτηση του Κόμματος της Αριστεράς (Die Linke), καταδεικνύουν μια δομική ανισορροπία στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η μεταβίβαση μεγάλου πλούτου σε σύγκριση με τις αποταμιεύσεις των απλών πολιτών.
Η χρονιά που πέρασε καταγράφηκε ως ιστορικό ρεκόρ για τον όγκο των περιουσιακών στοιχείων που άλλαξαν χέρια μέσω κληρονομιών, αγγίζοντας το αστρονομικό ποσό των 113,2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Παρόλα αυτά, η φορολογική διοίκηση, αν και αρχικά βεβαίωσε φόρους ύψους 13,3 δισεκατομμυρίων ευρώ, κατάφερε τελικά να εισπράξει μόλις 9,9 δισεκατομμύρια ευρώ. Η τεράστια αυτή απόκλιση οφείλεται σε πολύ συγκεκριμένες, μεγάλης κλίμακας μεταβιβάσεις. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε μόλις 45 περιπτώσεις εξαιρετικά εύπορων οικογενειών, το κράτος διέγραψε φόρους άνω των 3,3 δισεκατομμυρίων ευρώ. Οι συγκεκριμένοι υπόχρεοι κατέβαλαν τελικά μόλις 182 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η αρχική τους οφειλή ξεπερνούσε τα 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ο νομικός μηχανισμός απαλλαγής και οι τεχνητά άποροι κληρονόμοι
Στο επίκεντρο αυτής της τεράστιας απώλειας δημοσίων εσόδων βρίσκεται ένας εξαιρετικά αμφιλεγόμενος κανόνας του νόμου περί φόρου κληρονομιάς (Erbschaftsteuergesetz), γνωστός ως έλεγχος ανάγκης απαλλαγής. Αυτή η ειδική διάταξη ενεργοποιείται όταν μεταβιβάζονται ή δωρίζονται εταιρικά περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αξία υπερβαίνει τα 26 εκατομμύρια ευρώ. Ο νόμος δίνει το δικαίωμα στους δικαιούχους να ζητήσουν την πλήρη ή μερική διαγραφή της φορολογικής τους επιβάρυνσης, εφόσον μπορούν να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές ότι δεν διαθέτουν την απαραίτητη ρευστότητα από την ήδη υπάρχουσα προσωπική τους περιουσία για να εξοφλήσουν το χρέος.
Το παράδοξο του συστήματος είναι ότι η αξιολόγηση της ικανότητας πληρωμής δεν βασίζεται στο τεράστιο μέγεθος της περιουσίας που μόλις κληρονομήθηκε, αλλά αποκλειστικά στον πλούτο που διέθετε ο δικαιούχος πριν από την επίμαχη μεταβίβαση. Αυτό το νομικό “παράθυρο” επιτρέπει σε υπερπλούσιες οικογένειες να εμφανίζονται φορολογικά αδύναμες. Η πιο συνηθισμένη πρακτική είναι η δημιουργία ενός νέου οικογενειακού ιδρύματος. Καθώς το ίδρυμα αυτό είναι νεοσύστατο και δεν διαθέτει προηγούμενα περιουσιακά στοιχεία, κρίνεται από τις εφορίες ως “άπορο” και δικαιούται τη γενναιόδωρη διαγραφή του φόρου. Άλλες πρακτικές περιλαμβάνουν τη μεταβίβαση μετοχών σε ανήλικα μέλη της οικογένειας ή την τεχνητή μείωση της ρευστότητας λίγο πριν από την επίσημη δωρεά.
Οι αντιδράσεις για τη φορολογική ανισότητα και τα επιχειρήματα προστασίας
Το αποτέλεσμα αυτών των απόλυτα νόμιμων αλλά ηθικά ελεγχόμενων σχεδιασμών είναι η δραματική συρρίκνωση της πραγματικής φορολογικής επιβάρυνσης για τους κατόχους μεγάλου πλούτου. Τα στατιστικά δεδομένα αποκαλύπτουν ότι ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής για τις κολοσσιαίες κληρονομιές διαμορφώνεται κατά μέσο όρο μόλις στο 1,5%. Αυτή η προκλητική απόκλιση από τη φορολόγηση της μεσαίας τάξης έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις. Εκπρόσωποι από το Δίκτυο Φορολογικής Δικαιοσύνης (Netzwerk Steuergerechtigkeit) καταγγέλλουν ανοιχτά τη διαδικασία, περιγράφοντάς την ως ένα απόλυτα ενορχηστρωμένο κρατικό δώρο προς την οικονομική ελίτ.
Στον αντίποδα αυτής της σκληρής κριτικής, οι υποστηρικτές του τρέχοντος νομικού πλαισίου προτάσσουν την επιτακτική ανάγκη θωράκισης της εγχώριας οικονομίας. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι οι οικογενειακές επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της αγοράς και πρέπει να προστατευτούν. Υποστηρίζουν ότι εάν το κράτος απαιτούσε την πλήρη καταβολή τεράστιων ποσών κατά τη μεταβίβαση, οι κληρονόμοι θα αναγκάζονταν να ρευστοποιήσουν εταιρικά μερίδια ή να αντλήσουν πολύτιμα κεφάλαια από τα ταμεία των εταιρειών. Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με τους υπέρμαχους των απαλλαγών, θα έθετε σε άμεσο κίνδυνο χιλιάδες θέσεις εργασίας και θα φρέναρε τις κρίσιμες επενδύσεις για την ανάπτυξη.
Ο πολιτικός διχασμός και η κρίσιμη απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου
Η έντονη αντιπαράθεση γύρω από τα προνόμια των μεγάλων επιχειρηματικών περιουσιών αναμένεται να κλιμακωθεί δραστικά τους επόμενους μήνες, καθώς το νομικό τοπίο ενδέχεται να ανατραπεί εκ βάθρων. Εντός του τρέχοντος έτους, όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht), το οποίο καλείται να εκδώσει μια ιστορική απόφαση. Οι ανώτατοι δικαστές εξετάζουν εξονυχιστικά εάν τα υφιστάμενα φορολογικά πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν οι κληρονόμοι εταιρειών παραβιάζουν ευθέως τη συνταγματική αρχή της ισότητας έναντι του νόμου.
Σε πολιτικό επίπεδο, η πίεση για αλλαγές είναι ήδη ορατή. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) έχει καταθέσει ένα αναλυτικό σχέδιο για τη ριζική μεταρρύθμιση του συστήματος, προτείνοντας την καθιέρωση ενός αφορολόγητου ορίου ενός εκατομμυρίου ευρώ εφ’ όρου ζωής, με την ταυτόχρονη επιβολή αυστηρότερων συντελεστών για τα ποσά που υπερβαίνουν αυτό το όριο. Ωστόσο, το σχέδιο αυτό συναντά τη σθεναρή άρνηση της Χριστιανικής Ένωσης (Union), η οποία ιεραρχεί ως απόλυτη προτεραιότητα την αναμόρφωση της κλίμακας του φόρου εισοδήματος. Ενώ και οι δύο μεγάλες παρατάξεις συγκλίνουν στο να μετατοπίσουν την εφαρμογή του ανώτατου συντελεστή σε υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, οι Σοσιαλδημοκράτες ξεκαθαρίζουν ότι οποιαδήποτε ελάφρυνση στο εισόδημα πρέπει απαρέγκλιτα να συνοδευτεί από παρεμβάσεις στις κληρονομιές.