Γερμανία – Ένα σημαντικό ποσό αφαιρείται κάθε μήνα από τα εκκαθαριστικά σημειώματα εκατομμυρίων εργαζομένων στη Γερμανία, συχνά χωρίς οι ίδιοι να έχουν πλήρη επίγνωση του ύψους της επιβάρυνσης. Πρόκειται για τον εκκλησιαστικό φόρο (Kirchensteuer), μια ιδιαιτερότητα του γερμανικού φορολογικού συστήματος, η οποία, σε αντίθεση με τον φόρο εισοδήματος ή τον ΦΠΑ, διατηρεί έναν χαρακτήρα «εθελοντικής» καταβολής.
Η υποχρέωση πληρωμής αφορά αποκλειστικά τα εγγεγραμμένα μέλη των θρησκευτικών κοινοτήτων, κυρίως της Καθολικής και της Ευαγγελικής Εκκλησίας, στις οποίες ανήκουν περίπου 37,6 εκατομμύρια πολίτες. Η διακοπή της πληρωμής είναι δυνατή, ωστόσο προϋποθέτει την επίσημη έξοδο από την εκκλησία, μια διαδικασία που απαιτεί αυτοπρόσωπη παρουσία και συγκεκριμένες γραφειοκρατικές ενέργειες.
Το ύψος της εισφοράς δεν είναι σταθερό, αλλά υπολογίζεται ως ποσοστό επί του φόρου εισοδήματος που καλείται να πληρώσει ο εργαζόμενος. Σύμφωνα με τα στοιχεία των φορολογικών αρχών, στα κρατίδια της Βαυαρίας και της Βάδης-Βυρτεμβέργης το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 8% του φόρου εισοδήματος, ενώ στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και στα υπόλοιπα ομοσπονδιακά κρατίδια αγγίζει το 9%. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της επιβάρυνσης, αρκεί ένα παράδειγμα: Ένας εργαζόμενος με ετήσιο μικτό εισόδημα 30.000 ευρώ, ο οποίος πληρώνει περίπου 4.300 ευρώ φόρο εισοδήματος, επιβαρύνεται επιπλέον με εκκλησιαστικό φόρο που κυμαίνεται από 344 έως 386 ευρώ ετησίως. Το ποσό αυτό παρακρατείται απευθείας από την εφορία (Finanzamt) και αποδίδεται στις θρησκευτικές κοινότητες.
Πού καταλήγουν τα χρήματα και ο ρόλος της κοινωνικής πρόνοιας
Τα έσοδα από τον εκκλησιαστικό φόρο αποτελούν τη βασική πηγή χρηματοδότησης για τη λειτουργία των εκκλησιών στη Γερμανία. Μέσω αυτών των κονδυλίων καλύπτονται οι μισθοδοσίες κληρικών και προσωπικού, η συντήρηση των ναών και η διοργάνωση τελετών. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος των πόρων διοχετεύεται σε κοινωνικές δομές που διαχειρίζεται η εκκλησία, όπως παιδικοί σταθμοί, σχολεία, οίκοι ευγηρίας και προγράμματα βοήθειας για ευάλωτες ομάδες. Για πολλούς φορολογούμενους, αυτή η κοινωνική προσφορά αποτελεί επαρκή λόγο για να συνεχίσουν να καταβάλλουν την εισφορά, θεωρώντας την ως μια μορφή έμμεσης κοινωνικής αλληλεγγύης.
Για όσους επιθυμούν να απαλλαγούν από τη συγκεκριμένη φορολογική επιβάρυνση, η μόνη νομική οδός είναι η επίσημη δήλωση αποχώρησης από την εκκλησία (Kirchenaustritt). Σύμφωνα με τις οδηγίες των δικαστικών αρχών της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, μια απλή επιστολή ή ένα email προς την ενορία δεν έχει καμία νομική ισχύ. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να απευθυνθεί στο αρμόδιο Πρωτοδικείο (Amtsgericht) ή σε συμβολαιογράφο. Η διαδικασία απαιτεί την αυτοπρόσωπη παρουσία του πολίτη, καθώς δεν γίνονται δεκτές εξουσιοδοτήσεις προς τρίτα πρόσωπα.
Στο Πρωτοδικείο του Ντόρτμουντ, για παράδειγμα, οι πολίτες κλείνουν ραντεβού ηλεκτρονικά και προσέρχονται με την αστυνομική τους ταυτότητα ή διαβατήριο. Η διοικητική πράξη της διαγραφής συνοδεύεται από παράβολο ύψους 30 ευρώ, το οποίο καταβάλλεται επί τόπου. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, το δικαστήριο εκδίδει σχετική βεβαίωση και η αποχώρηση τίθεται σε ισχύ άμεσα, την ίδια ημέρα. Στη συνέχεια, η πληροφορία διαβιβάζεται ηλεκτρονικά στο μητρώο του Δήμου και στην εφορία, ώστε να τροποποιηθούν τα φορολογικά στοιχεία (Lohnsteuermerkmale) και να σταματήσει η μηνιαία παρακράτηση.
Προσοχή στις διαδικτυακές απάτες και κανόνες για ανηλίκους
Οι δικαστικές αρχές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου σχετικά με ιστοσελίδες που υπόσχονται διεκπεραίωση της διαγραφής διαδικτυακά έναντι αμοιβής. Το Πρωτοδικείο του Ντόρτμουντ προειδοποιεί ρητά ότι τέτοιες υπηρεσίες είναι άκυρες. Η χρήση τους δεν απαλλάσσει τον πολίτη από την υποχρέωση να εμφανιστεί στο δικαστήριο, ούτε από την καταβολή του κρατικού παραβόλου, με αποτέλεσμα όσοι τις εμπιστεύονται να πληρώνουν διπλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ειδικές ρυθμίσεις ισχύουν για τους ανηλίκους. Έφηβοι άνω των 14 ετών έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν και να πραγματοποιήσουν την έξοδό τους από την εκκλησία μόνοι τους, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση των γονέων τους. Για παιδιά ηλικίας 12 έως 14 ετών, την αίτηση υποβάλλουν οι γονείς, ωστόσο απαιτείται ρητά η συναίνεση και η φυσική παρουσία του παιδιού στο δικαστήριο. Για παιδιά κάτω των 12 ετών, την αποκλειστική ευθύνη της απόφασης φέρουν οι ασκούντες τη γονική μέριμνα.
