Ελβετία – Έντονο προβληματισμό προκαλεί στο εσωτερικό της χώρας το ισχύον καθεστώς φορολόγησης των παντρεμένων ζευγαριών, το οποίο επιβάλλει σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις σε σχέση με όσους επιλέγουν την ελεύθερη συμβίωση.
Το ζήτημα της λεγόμενης φορολογικής ποινής του γάμου επανέρχεται δυναμικά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, αναδεικνύοντας τις σοβαρές στρεβλώσεις ενός συστήματος που πλήττει άμεσα εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά.
Το επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής κριτικής εστιάζεται στον τρόπο με τον οποίο το ελβετικό κράτος αντιμετωπίζει τα δηλωθέντα εισοδήματα των συζύγων.
Βάσει της υφιστάμενης εθνικής νομοθεσίας, τα κέρδη των δύο μελών της οικογένειας προστίθενται υποχρεωτικά, με αποτέλεσμα το συνολικό, αθροιστικό ποσό να υπάγεται αυτόματα σε ένα κατά πολύ υψηλότερο φορολογικό κλιμάκιο.
Αυτή η αυστηρή προοδευτική κλίμακα δημιουργεί ένα εντυπωσιακό οικονομικό παράδοξο, όπου δύο άτομα με ακριβώς τις ίδιες μικτές απολαβές καταβάλλουν αισθητά λιγότερους φόρους εάν δεν έχουν επισημοποιήσει νομικά τη σχέση τους.
Το γεγονός αυτό επηρεάζει αρνητικά κυρίως τα ζευγάρια όπου και οι δύο σύντροφοι εργάζονται με υψηλές μισθολογικές απολαβές, προκαλώντας έντονες κοινωνικές τριβές.
Η κρισιμότητα της κατάστασης έχει οδηγήσει στην προκήρυξη κρίσιμου εθνικού δημοψηφίσματος για την προσεχή Κυριακή, 8 Μαρτίου, όπου οι ψηφοφόροι θα κληθούν να αποφασίσουν οριστικά εάν το κράτος θα προχωρήσει στην πλήρη εφαρμογή της πολυαναμενόμενης ατομικής φορολόγησης.
Η τεράστια απόκλιση στα φορολογικά βάρη των νοικοκυριών
Ο ουσιαστικός αντίκτυπος αυτής της μακροχρόνιας κρατικής πολιτικής αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα στα οικονομικά δεδομένα των οικογενειών, όπως προκύπτει από σειρά στοιχείων και μαρτυριών που είδαν το φως της δημοσιότητας μέσω του ελβετικού τύπου.
Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις των αρμόδιων ομοσπονδιακών αρχών, η συγκεκριμένη διάταξη δεν αποτελεί μεμονωμένο, στατιστικό φαινόμενο, αλλά αντίθετα επηρεάζει την καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που καλούνται να καλύψουν τα διογκωμένα κρατικά έσοδα μέσω υπέρογκων κρατήσεων.
Χαρακτηριστική της τρέχουσας κατάστασης είναι η περίπτωση του τριαντατετράχρονου Jan, ο οποίος προχώρησε στη σύναψη γάμου το 2020.
Παρότι αρχικά το νεαρό ζευγάρι υποτίμησε τις δημόσιες προειδοποιήσεις για την επικείμενη, υπέρογκη φορολογική επιβάρυνση, η μετέπειτα εξέλιξη της επαγγελματικής τους καριέρας απέδειξε ακριβώς το αντίθετο με τον πιο σκληρό τρόπο.
Σήμερα, έχοντας αναλάβει ιδιαίτερα απαιτητικές διοικητικές θέσεις και μεγαλώνοντας το μικρό παιδί τους, η ετήσια φορολογική τους υποχρέωση αγγίζει το δυσθεώρητο ποσό των 36.000 φράγκων.
Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι εάν παρέμεναν νομικά ανύπαντροι, το αντίστοιχο ποσό οφειλής προς το δημόσιο δεν θα ξεπερνούσε σε καμία περίπτωση τα 26.000 φράγκα, δημιουργώντας ένα τεράστιο κενό στον οικογενειακό προϋπολογισμό που δυσκολεύει τον μακροπρόθεσμο οικονομικό προγραμματισμό.
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες και οι απρόσμενες σκέψεις διαζυγίου
Η μακροπρόθεσμη προβολή αυτών των συνεχιζόμενων απωλειών μέχρι την τελική ημερομηνία συνταξιοδότησης, συνυπολογίζοντας τις πιθανές αποδόσεις των επενδύσεων, ξεπερνά κάθε φαντασία, αγγίζοντας το ένα εκατομμύριο φράγκα.
Η συνειδητή απόφαση των ζευγαριών να διατηρήσουν μια απόλυτα ισότιμη σχέση στον εργασιακό στίβο και στην ανατροφή των παιδιών, φαίνεται να τιμωρείται αυστηρά από τον κρατικό μηχανισμό.
Το βάρος είναι τόσο μεγάλο, που το ενδεχόμενο της νομικής λύσης του γάμου συζητείται πλέον ανοιχτά ως μια καθαρά ορθολογική, οικονομική διέξοδος για τη διάσωση της περιουσίας.
Το αυστηρό ελβετικό φορολογικό σύστημα, μάλιστα, δεν κάνει καμία απολύτως διάκριση ως προς τη δημογραφική σύνθεση, πλήττοντας με την ίδια ακριβώς ένταση και όσους πολίτες δεν έχουν αποκτήσει απογόνους.
Η τριανταεξάχρονη Sabrina, για παράδειγμα, αντιμετωπίζει μια ετήσια, πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση που ανέρχεται σε 5.000 φράγκα συγκριτικά με τους άγαμους συμπολίτες της.
Παρότι η νομική προστασία αποτέλεσε το κύριο κίνητρο για την επισημοποίηση της σχέσης της, η ίδια φέρεται να εξέφρασε την απόλυτη δυσαρέσκειά της, χαρακτηρίζοντας το φαινόμενο ως μια κατάφωρη θεσμική αδικία εις βάρος όσων αναζητούν την οικογενειακή και νομική εξασφάλιση στη σύγχρονη κοινωνία, χωρίς να λαμβάνουν καμία ελάφρυνση.
Οι αυστηροί περιορισμοί στις κρατικές συντάξεις πυροδοτούν αντιδράσεις
Το ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην τρέχουσα, ετήσια φορολογία εισοδήματος των εργαζομένων, αλλά επεκτείνεται πολύ πιο βαθιά, αγγίζοντας και το εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (AHV).
Όπως καθίσταται σαφές από τα δημόσια παράπονα χιλιάδων πολιτών, ενδεικτική είναι η περίπτωση του σαρανταεπτάχρονου Marek, ο οποίος καταβάλλει μαζί με τη σύζυγό του περίπου 8.000 φράγκα επιπλέον φόρους κάθε χρόνο σε σχέση με ένα ανύπαντρο ζευγάρι συναδέλφων του.
Το κρίσιμο ζήτημα της μελλοντικής συνταξιοδότησης αποτελεί ένα τεράστιο και εξίσου σοβαρό σημείο προστριβής με την επίσημη κρατική μηχανή.
Η ισχύουσα ομοσπονδιακή νομοθεσία προβλέπει ρητά ότι τα παντρεμένα ζευγάρια δικαιούνται αθροιστικά, ως απόλυτο ανώτατο όριο, μόλις το εκατόν πενήντα τοις εκατό μιας βασικής κρατικής σύνταξης.
Αυτή η αμφιλεγόμενη διάταξη έρχεται σε πλήρη, μετωπική αντίθεση με τους άγαμους πολίτες, οι οποίοι λαμβάνουν κανονικά έκαστος το πλήρες ποσό που του αναλογεί βάσει των πολυετών εισφορών του.
Αυτός ο αυστηρός, νομικός περιορισμός, σε συνδυασμό με τις ήδη εξαιρετικά αυξημένες κρατικές κρατήσεις, συνθέτει μια εικόνα οξύτατης ανισότητας.
Το γεγονός αυτό ωθεί πλέον ανοιχτά αρκετούς έμπειρους επαγγελματίες να εξετάζουν με απόλυτη σοβαρότητα το ενδεχόμενο του διαζυγίου λίγο πριν τη συνταξιοδότηση.